ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ("ΕΙΣ ΚΟΠΑΝΟΥΣ")

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ("ΕΙΣ ΚΟΠΑΝΟΥΣ")
ΤΟ BLOG ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ («ΕΙΣ ΚΟΠΆΝΟΥΣ») ΠΟΛΕΩΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Αληθινοί προσκυνητές του Θεού



Με αφορμή την Κυριακή της Σαμαρείτιδος, ένα παλιότερο κείμενο από τη «Φωνή Κυρίου»:

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης: «Θεόφιλος Παλαιολόγος»



Ο τελευταίος χρόνος είν’ αυτός.
Ο τελευταίος των Γραικών αυτοκρατόρων είν’ αυτός.
Κι αλλοίμονον τι θλιβερά που ομιλούν πλησίον του.
Εν τη απογνώσει του, εν τη οδύνη
ο Κυρ Θεόφιλος Παλαιολόγος λέγει «Θέλω θανείν μάλλον ή ζην»

Α Κυρ Θεόφιλε Παλαιολόγο
πόσον καϋμό του γένους μας, και πόση εξάντλησι
(πόσην απηύδησιν από αδικίες και κατατρεγμό)
οι τραγικές σου πέντε λέξεις περιείχαν.


(Μάρτιος 1903).


Ο Οδυσσέας Ελύτης γράφει για τον τελευταίο αυτοκράτορα...



Θάνατος και Ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

Ι
Έτσι καθώς εστέκονταν ορθός μπροστά στην Πύλη κι άπαρτος μές στη λύπη του.
Μακριά του κόσμου που η ψυχή του γύρευε να λογαριάσει στο φάρδος Παραδείσου. Και σκληρός πιο κι απ’ την πέτρα που δεν τον είχανε κοιτάξει τρυφερά ποτέ – κάποτε τα στραβά δόντια του άσπριζαν παράξενα.
Κι όπως περνούσε με το βλέμμα του λίγο πιο πάνω απ’ τους ανθρώπους κι έβγανε απ’ όλους Έναν που του χαμογελούσε τον Αληθινόν που ο χάρος δεν τον έπιανε.
Πρόσεχε να προφέρει καθαρά τη λέξη θάλασσα έτσι που να γυαλίσουν μέσα της όλα τα δελφίνια. Κι η ερημιά πολλή που να χωρά ο Θεός κ ιη κάθε μια σταγόνα σταθερή στον ήλιο ν’ ανεβαίνει.
Νέος ακόμα είχε δει στους ώμους των μεγάλων τα χρυσά να λάμπουν και να φεύγουν. Και μια νύχτα θυμάται σ’ ώρα μεγάλης τρικυμίας βόγκηξε ο λαιμός του πόντου τόσο που θολώθη μα δεν έστερξε να του σταθεί.
Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε.

ΙΙ
Θέ μου και τώρα τι που ‘χε με χίλιους να παλέψει χώρια με τη μοναξιά του ποιος αυτός που ’ξερε μ’ ένα λόγο του να δώσει ολάκερης της γης να ξεδιψάσει τι.
Που όλα του τα’ χαν πάρει. Και τα πέδιλά του τα σταυροδετά και το τρικράνι του το μυτερό και το τειχιό που καβαλούσε κάθε απομεσήμερο να κρατάει τα γκέμια ενάντια στον καιρό σα ζόρικο και πηδηχτό βαρκάκι.
Και μια φούχτα λουίζα που την είχε τρίψει στα μάγουλα ενός κοριτσιού μεσάνυχτα να το φιλήσει (πώς κουρναλιζαν τα νερά του φεγγαριού στα πέτρινα τα σκαλοπάτια τρεις γκρεμούς πάνω απ’ τη θάλασσα…)
Μεσημέρι από νύχτα. Καθ μήτ’ ένας πλάι του. Μονάχα οι λέξεις του οι πιστές που ‘σμίγαν όλα τους τα χρώματα ν’ αφήσουν μές στο χέρι του μια λόγχη από άσπρο φως.
Και αντίκρυ σ’ όλο των τειχών το μάκρος μυρμηκιά οι χυμένες μές στον γύψο κεφαλές όσο έπαιρνε το μάτι του.
«Μεσημέρι από νύχτα – όλ’ η ζωή μια λάμψη!» φώναξε κι όρμησε μές στο σωρό σύρνοντας πίσω του χρυσή γραμμή ατελεύτητη.
Και αμέσως ένιωσε ξεκινημένη από μακριά η στερνή χλωμάδα να τον κυριεύει.

ΙΙΙ
Τώρα καθώς του ήλιου η φτερωτή ολοένα γυρνούσε και πιο γρήγορα οι αυλές βουτούσαν μέσα στον χειμώνα κι έβγαιναν πάλι κατακόκκινες απ’ τα γεράνια.
Κι οι μικροί δροσεροί τρούλοι όμοια μέδουσες γαλάζιες έφταναν κάθε φορά και πιο ψηλά στ’ ασήμια που τα ψιλοδούλευε ο αγέρας γι’ άλλων καιρών πιο μακρινών το εικόνισμα.
Κόρες παρθένες φέγγοντας η αγκαλιά τους ένα θερινό ξημέρωμα φρέσκα βαγιόφυλλα και της μυρσίνης της ξεριζωμένης των βυθών σταλάζοντας ιώδιο, τα κλωνάρια
Του ‘φέρναν ενώ κάτω απ’ τα πόδια του άκουγε στη μεγάλη καταβόθρα να καταποντίζονται πλώρες μαύρων καραβιών τ’ αρχαία και καπνισμένα ξύλα όθε με στυλωμένο μάτι ορθές ακόμη Θεομήτορεςς επιτιμούσανε.
Αναποδογυρισμένα στις χωματερές αλόγατα σωρός τα χτίσματα μικρά μεγάλα θρουβαλισμος και σκόνης άναμμα μές στον αέρα.
Πάντοτε με μια λέξη μές στα δόντια του άσπαστη κειτάμενος.

Αυτός ο τελευταίος Έλληνας!


Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Της Μεσοπεντηκοστής



«Την της Μεσοπεντηκοστής εορτάζομεν εορτήν, ως ενούσαν τας δύο μεγάλας εορτάς, την του Πάσχα και της Πεντηκοστής…»

Η Τετάρτη της Μεσοπεντηκοστής είναι η 25η από του Πάσχα και η 25η προ της Πεντηκοστής ημέρα. Σημειώνει το μέσον της περιόδου των 50 μετά το Πάσχα εορτασίμων ημερών. Είναι δηλαδή ένας σταθμός, μία τομή. Ωραία το τοποθετεί το πρώτο τροπάριο του εσπερινού της εορτής:
«Πάρεστιν η μεσότης ημερών, των εκ σωτηρίου αρχομένων εγέρσεως, Πεντηκοστή δε τη θεία σφραγιζομένων, και λάμπει τας λαμπρότητας, αμφοτέρωθεν έχουσα και ενούσα τας δύο, και παρείναι την δόξαν προφαίνουσα της δεσποτικής αναλήψεως σεμνύνεται».
Διαβάστε περισσότερα στο δεξιό μέρος της σελίδας, στους σχετικούς συνδέσμους...

Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

Νέο βιβλίο για το Πατριαρχείο



Το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Ύστερη Οθωμανική Αυτοκρατορία

(ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΘΝΑΡΧΙΑ ΣΤΟ ΕΘΝΟΣ)

Διαβάστε σχετικά εδώ:

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

π. Ευάγγελος Τσόγκας: «Δεν ξέρω και πολλά πράγματα που να είναι καλύτερα από το να ασχολείσαι με τα παιδιά...»



Αποσπάσματα από την εισαγωγική προσλαλιά του π. Ευαγγέλου Τσόγκα στη γιορτή λήξης των Νεανικών Συνάξεων της Ι. Μ. Ιωαννίνων, που πραγματοποιήθηκε χτες βράδυ στο υπαίθριο θέατρο του Φρόντζου.

...Σήμερα ὁλοκληρώνουμε τον κύκλο μιας ἀκόμη χορταστικής σε βιώματα καὶ ἀπολαυστικὴς σε εμπειρίες χρονιάς τῶν νεανικῶν συνάξεων.  Στὴν συν-οδοιπορία μας αὐτὴ γευτήκαμε τὸ κέφι των παιδιών καὶ τὴν καθάρια ματιά τους, γίναμε κοινωνοί της αγωνίας και των αναζητήσεών τους, ἀναστηθήκαμε κι εμείς μὲ τὴν ἐλπίδα ποὺ ἐκπέμπουν οἱ καρδιὲς τους.

«Δεν ξέρω και πολλά πράγματα που να είναι καλύτερα από το να ασχολείσαι με τα παιδιά, καθώς σου επιστρέφουν στο πολλαπλάσιο το ελάχιστο που τους δίνεις», λέγει ἕνας σύγχρονος τραγουδοποιὸς καὶ τὸ γευόμαστε κάθε φορά, σὲ κάθε μας σύναξη.


Κεντρικὸ πρόσωπο καὶ θέμα τῶν νεανικῶν συνάξεων ἀπετέλεσε φέτος  ἡ Παναγία μας, ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ μας. Ταξιδέψαμε μαζὶ σὲ ὅλους τοὺς προορισμοὺς της, νιώσαμε τὴν ἀγάπη της, θαυμάσαμε τὴν παντοτινὴ προστασία της, παρακαλέσαμε γιὰ τὴ μεσιτεία της.

Ἀλλὰ τὸ ταξίδι μας δὲν σταμάτησε ἐκεῖ. Ἔγινε τρόπος ζωῆς. Καθημερινὴ παρουσία, προστασία και συναναστροφή. Γεγονὸς ποὺ αἰσθανόμαστε καὶ ἐμεῖς οἱ μεγαλύτεροι μέσα ἀπὸ τὶς καρδιὲς τῶν παιδιῶν σας, διότι μόνον ὅταν εἶναι κανεὶς πραγματικὰ παιδὶ γνωρίζει (μὲ ὅλη τὴν ὀντολογία ποὺ μπορεῖ αὐτὴ ἡ λέξη νὰ κουβαλήσει) τὴ Μητέρα του.

Ταυτόχρονα, ὅμως, κατορθώσαμε νὰ διακρίνουμε τὴν παρουσία της καὶ σὲ σημαντικὲς στιγμὲς τῆς ἰστορίας τοῦ λαοῦ μας. Γι’ αυτὸ καὶ σήμερα, καθώς κλείνει η αυλαία τῶν δραστηριοτήτων τῶν νεανικῶν συνάξεων θὰ αφιερώσουμε τραγούδια, στίχους, μουσικὲς καὶ χοροὺς σὲ δύο ἐπετείους τοῦ τόπου μας: Συμπληρώνονται φέτος 100 χρόνια ἀπὸ τὴν ἀπευλεύθερωση τῆς πόλεως μας καὶ 90 χρόνια ἀπὸ τὴν καταστροφὴ τῆς Σμύρνης. Χαρὲς καὶ λύπες συναντῶνται πάντοτε μὲ τὸ χορὸ καὶ τὸ τραγούδι καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ὀξύμωρον τοῦ τρόπου μας, τὸ ἰδιότροπον τοῦ τόπου μας, διότι ἐτοῦτος ὁ λαὸς εἶναι μπολιασμένος μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως, ἀκόμα καὶ μπροστὰ στὴ θέα τοῦ Σταυροῦ.

Ἃς ὑποδεχτοῦμε λοιπὸν τὰ παιδιά μας, ἔχοντας ἀνοιχτὲς τὶς καρδιὲς μας γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε τὴν πληρότητα της απλότητάς τους και να παρασυρθούμε στης γιορτής τους το ρυθμό.
 

Σάββατο, 18 Μαΐου 2013

20 Μαΐου: Ανακομιδή και Μετακομιδή του Ιερού Λειψάνου του Αγίου Νικολάου



Η Ανακομιδή και Μετακομιδή του λειψάνου του Αγίου Νικολάου, Επισκόπου Μύρων της Λυκίας του Θαυματουργού, έγινε στα χρόνια του αυτοκράτορα Αλεξίου Α' του Κομνηνού (1081 - 1118 μ.Χ.) και Πατριάρχου Νικολάου Γ' του Κυρδινιάτη (1084 - 1111 μ.Χ.).
Το ιερό λείψανο του Άγιου μετακομίστηκε στο Μπάρι της Ιταλίας, επειδή οι Τούρκοι κατέλαβαν την πόλη των Μύρων και οι κάτοικοι φοβήθηκαν μήπως οι άπιστοι το καταστρέψουν.
Κατά τη συναξαριστική παράδοση, το άγιο λείψανο αναχώρησε την 1η Απριλίου του 1087 μ.Χ. και έφθασε στο Μπάρι στις 20 Μαΐου.

Διαβάστε εκτενέστερα, κάνοντας κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:
 

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

«Γιαννιώτικα, Σμυρνιώτικα...»



Όλα είναι έτοιμα για τη φετεινή γιορτή λήξης των Ενοριακών Νεανικών Συνάξεων της Ι. Μ. Ιωαννίνων, που θα πραγματοποιηθεί μεθαύριο, Σάββατο 18 Μαΐου, στις 8 το βράδυ στο υπαίθριο θέατρο του Φρόντζου.

Διαβάστε περισσότερα γι' αυτή τη διοργάνωση, κάνοντας κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:

Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

Εορτή Λήξης Νεανικών Συνάξεων



Ιερά Μητρόπολις Ιωαννίνων
Εορτή Λήξης Ενοριακών Νεανικών Συνάξεων

100 χρόνια από την απελευθέρωση των Ιωαννίνων και 90 χρόνια από την καταστροφή της Σμύρνης

Σάββατο 18 Μαΐου 2013, ώρα 8 μ. μ.
Υπαίθριο Θέατρο Ε. Η. Μ

Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Πανηγυρίζει ο Άγιος Νικόλαος («εις Κοπάνους»)



Γνωρίζουμε στα μέλη της Αγίας Εκκλησίας μας ότι την ερχόμενη Κυριακή του Θωμά («Αντίπασχα») πανηγυρίζει ο Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου («εις Κοπάνους») πόλεως Ιωαννίνων.
Την παραμονή, Σάββατο 11 Μαΐου, στις 19.00 μ.μ. θα ψαλλεί ο Μέγας Εσπερινός με Αρτοκλασία.
Την κυριώνυμο ημέρα, Κυριακή 12 Μαΐου και ώρα 07.00 π.μ., θα τελεσθεί ο Όρθρος & η Πανηγυρική Θεία Λειτουργία, ενώ το απόγευμα, στις 7, η Ιερά Παράκληση στον Απόστολο Θωμά.

Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: «Λαμπριάτικος Ψάλτης» (1893)



Ἐὰν ὁ ἥρως τοῦ παρόντος διηγήματος ἦτο αὐτούσιος ὁ γράφων, τότε ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τίτλος θὰ εἶχε μᾶλλον τροπικὴν καὶ ἀλληγορικὴν σημασίαν. Διότι, ναὶ μέν, εὐδοκίᾳ τῆς θείας Προνοίας, εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ χάρις εἰς τὴν φιλάδελφον προθυμίαν τοῦ χωρικοῦ καὶ ἀρχοντικοῦ φίλου μου κὺρ Γιάννη Πεντελιώτου, ἀξιοῦμαι σχεδὸν κατ᾽ ἔτος ἀνελλιπῶς, κατὰ τὰς περιδόξους ταύτας ἡμέρας, νὰ συμψάλλω ἐναμίλλως μετ᾽ αὐτοῦ, ὑποβαστάζοντος διὰ τῆς χειρὸς τὰ γυαλιά του, ἀγαπῶντος τὸ πολίτικον ὕφος, παρατείνοντος ἐπ᾽ ἄπειρον τὰ μουσικὰ κῶλα καὶ τὰς καταλήξεις του, εἰς τὸν μικρὸν ἀγροτικὸν ναΐσκον τοῦ χωρίου Θ. ὅπου μυροβολεῖ ἑλισσόμενον εἰς κυανοῦς στεφάνους τὸ μοσχολίβανον, περιβάλλον ὡς διὰ φεύγοντος πλαισίου τοὺς ἀκτινωτοὺς στεφάνους καὶ τὰς σεμνὰς ὄψεις τῶν ἁγίων, καὶ ὅπου μὲ τὰς κεντητὰς ποδιάς των καὶ τὰ λευκὰ κολόβια αἱ νεαραὶ χωρικαὶ προσέρχονται φέρουσαι ἀγκαλίδας ρόδων καὶ ἴων καὶ θημωνίας ὅλας δενδρολιβάνου, καταφορτώνουσαι μὲ λόφους ἀνθέων τὸν πενιχρὸν ἐπιτάφιον, μὴ ἔχοντα ἀνάγκην ἄλλης πολυτελείας. Ἐκεῖ εἰσβάλλει οὐλαμὸς ὅλος αὐτοσχεδίων ψαλτῶν, κρατούντων ἀνὰ ἓν φυλλάδιον τοῦ ἐπιταφίου εἰς τὴν χεῖρα, οἵτινες φιλοτιμοῦνται νὰ ψάλλωσιν ἐν σπαρακτικῇ παραφωνίᾳ τὰ ἐγκώμια, καταστρέφοντες διὰ κωμικῶν σφαλμάτων καὶ τὰς ὀλίγας λέξεις, ὅσαι εἶναι ὀρθῶς τυπωμέναι εἰς τὰ φυλλάδια ἐκεῖνα.

Διαβάστε τη συνέχεια του διηγήματος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, κάνοντας κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:
http://papadiamantis.org/index.php/works/58-narration/224-02-29-lampriatikos-psalths-1893

Κυριακή, 5 Μαΐου 2013

«Ζωή χαρισάμενη»



Ένα πασχαλιάτικο διήγημα του Σπύρου Γιανναρά

«Καθ’ ότι αν κοινωνήσωμεν, αληθεύομεν, ά δε ιδιάσωμεν, ψευδόμεθα» (Ηράκλειτος)

Ο πατήρ Ευτύχιος σηκώθηκε αχάραγα, παραμονή των Βαΐων, αποκαμωμένος από τον κακό ύπνο. Η ζωντάνια του νυχτερινού ενύπνιου ταλάνιζε για ώρες το μυαλό του. Ήταν όντως θαύμα ή μήπως κάποιο από τα υποχθόνια παιχνίδια του εωσφόρου; Όσο όμως το ξανασκεφτόταν, ένιωθε να μετακινείται προς το φως. Το ίδιο άκτιστο φως που κατέκλυζε το όνειρό του. Όχι, δεν έκανε λάθος, ο εαυτός του ήταν που εμφανίστηκε «εν ετέρα μορφή» στον ύπνο του. Ενσώματος, μα άσαρκος, απελευθερωμένος από τα βδελυρά δεσμά της σάρκας και της αμαρτίας.
Στον Άγιο Ανδρέα, την ενορία του, όπου κατέβηκε πριν από τον όρθρο τον περίμενε άλλο χτυποκάρδι. Σκύβοντας να προσκυνήσει την εικόνα του αγίου στον νάρθηκα αντίκρισε το πρόσωπό του στην επιφάνεια του γυαλιού, φωταγωγημένο. Ορθώθηκε απότομα και έριξε ένα πλάγιο βλέμμα κάτω από το τζάμι. Το αίμα του πάγωσε. Όχι, δεν έκανε λάθος, τα δικά του, άκτιστα όμως χαρακτηριστικά, διέκρινε και στο πανάχραντο πρόσωπο του αγίου.
«Αδύνατον!» ψιθύρισε και σταυροκοπήθηκε βιαστικά τρεις φορές. Προχώρησε αλαφροστενάζοντας, με γοργό βήμα προς την Ωραία Πύλη. Δύο βήματα πριν έπεσε απότομα στα γόνατα, σαν πυροβολημένος.
«Θε μου... Θε μου... Νυν απολύεις τον δούλον σου...» ψέλλισε κι αναλύθηκε σε ένα γοερό κλάμα. Το φωτοστεφανωμένο πρόσωπο που είχε απέναντί του ήταν για άλλη μια φορά το δικό του - απαράλλαχτη κορωνίδα πάνω από διαφορετικά σώματα: του Αγιαντρέα, του Προδρόμου, ακόμα και πάνω από εκείνο του Χριστού. Έτσι πεσμένος στα γόνατα έστρεψε το κεφάλι στις τοιχογραφίες που πλαισίωναν το τέμπλο. Παντού το ίδιο, πάμφωτο, μα ωστόσο άτεγκτο, δικό του πρόσωπο. Τώρα που το καλοσκεφτόταν, είχε διακρίνει τα πρώτα σημεία, αν και αδιόρατα, έναν περίπου χρόνο μετά την έλευσή του στη νέα ενορία. Το ουσιαστικά ακαλλιέργητο χάρισμα λόγου με το οποίο μάγευε το ποίμνιο των απολωλότων προβάτων σε κάθε κήρυγμα. Τα μουσκεμένα μάγουλα και τα αναφιλητά που σαν να πλήθαιναν συν τω χρόνω. Τα διάσπαρτα ξεσπάσματα απελπισμένης αφοσίωσης: οι κοπετοί στην εξομολόγηση, οι περίτρανες μεταμέλειες, ο ζήλος των εθελοντών για το πνευματικό έργο του κατηχητικού, του γηροκομείου και του ραδιοφωνικού σταθμού της ενορίας, που ο ίδιος είχε αναστήσει. Ακόμα και το πάθος με το οποίο οι ψαλτάδες έψαλλαν «εις πολλά έτη». Αλλά και σε ατομικό επίπεδο: στο θείο δώρημα μιας σπάνιας εσωτερικής δύναμης αντίστασης στον ζόφο της αμαρτίας. Στο επαμειβόμενο πνευματικό έπαθλο της αρχιμανδροσύνης -σε τόσο νεαρά ηλικία.
Εκεί καθισμένον ανακούρκουδα απέναντι στο λεπτοπελεκημένο τέμπλο, χύνοντας δάκρυα χαράς τον βρήκε ο Γρηγοράκης καθώς εισέβαλε τρέχοντας στη μακρόστενη εκκλησία. Πίσω του ακολουθούσε, εμφανώς αναστατωμένος από την ανάρμοστη εισβολή, ο επίτροπος, ο κύριος Ζαχαρίας. Επιασαν ο καθένας από ένα μπράτσο και τον τραβούσαν να σηκωθεί. Ο λυγερόκορμος αρχιμανδρίτης, ενώ συνήθως απέφευγε επιμελώς τις επαφές αφέθηκε στα χέρια που πάσχιζαν να τον ξαναστήσουν στα πόδια του.
«Τι βλέπεις γύρω σου Ζαχαρία μου;», σιγοψιθύρισε ανάμεσα στους λυγμούς. «Κοίτα γύρω σου και πες μου τι βλέπεις», πρόσθεσε συγκλονισμένος.
«Τι βλέπω πάτερ μου, τι βλέπω», έκανε αμήχανα εκείνος.
«Δεν βλέπεις το καθαγιασμένο μου πρόσωπο σε όλες τις μορφές των αγίων στεφανωμένο με άκτιστο φως;». Είπε ορθώνοντας τη μπάσα φωνή και το κορμί του, περιφέροντας τον τεντωμένο του βραχίονα σαν ξεναγός. Ο άλλος κοιτούσε με ανοιχτό στόμα τους πολύχρωμους τοίχους, στριφογυρίζοντας γύρω από τον άξονά του. Δεν ξέρω αν ήταν η επιβλητική μορφή του πατέρα Ευτύχιου ή κάποια μύχια, χρόνια καιροφυλακτούσα αντεπιθυμία που τον έριξε κι εκείνον στα γόνατα σπαράζοντας γοερά: «Ναι, ναι βλέπω, βλέπω άγιε πατέρα», φώναξε, ξεσπώντας σε κλάματα, ενώ άρχισε να σταυροπροσκυνάει τον ιερέα, κάνοντας βαθιές μετάνοιες.
Ο νεαρός που παρακολουθούσε αμέτοχος, έπιασε να σέρνει τον παπά απ' το χέρι: «Έλα παππούλη μου, έλα... Η γιαγιά μου πεθαίνει... Ψυχοπαραδίνει όπως λέει, και θέλει να κοινωνήσει πριν αποχαιρετήσει για τις αιώνιες... τα αιώνια μοναστήρια ή κάπως έτσι...».
Ο Γρηγοράκης είχε προλάβει -στα 23 του- να μάθει από την κακή και την ανάποδη τα ελληνικά νοσοκομεία. Είχε περάσει αμέτρητα μερόνυχτα, λίγο πριν κλείσει τα δώδεκα, στο προσκεφάλι της μάνας του που χαροπάλευε από τροχαίο στο ΚΑΤ. Μετά τον θάνατό της, και την αλαφροπάτητη εξαφάνιση του πατέρα, άρχισε να μπαινοβγαίνει και πάλι στις κλινικές συνοδεύοντας τη φιλάσθενη γιαγιά του.
Τούτη τη φορά όμως όλα δείχναν ότι θα ήταν η τελευταία. Το ογκίδιο που είχε διαγνωστεί στον μαστό της κυρά-Σταυρούλας (και δεν έπαιρνε επέμβαση ένεκα του εμφυσήματος που της φιλοδώρησε μαζί με μια πενιχρότατη σύνταξη η δουλειά της καθαρίστριας) είχε ριζοβολήσει μέσα της και θέριευε σε πείσμα των χημειοθεραπειών. Από κοντά και το εμφύσημα συναυτουργούσε στο «κακό», χειροτερεύοντας.
Το περασμένο βράδυ η γραία που ένιωθε ότι τα είχε φάει πια τα ψωμιά της, δεν έκλεισε μάτι. Η αναπνοή της γινόταν ολοένα πιο κοντή, πραγματικό αγκομαχητό. Οι γιατροί την εξέτασαν κι είπαν πως ήταν πια θέμα ημερών. Αν όχι ωρών. Ο Γρηγοράκης που ξενυχτούσε πλάι της δεν σήκωσε κεφάλι από το PlayStation μέχρι που την άκουσε να τον ορμηνεύει για το νεκροσέντουκο και να αποζητάει τον παπά.
«Είμαι πολύ αμαρτωλή πάτερ Ευτύχη μου», ψέλλισε εκείνη πριν αυτός προλάβει να καθίσει στην άκρη του κρεβατιού, προσέχοντας μην αγγίξει το πολυπλόκαμο σύστημα από σωληνάκια που την κρατούσαν καρφωμένη στο στρώμα. «Ακούω τις καμπάνες να τραγουδούν», συνέχισε με σφυριχτή αναπνοή, «κι εγώ κάθομαι εδωνά και κοιτώ το ταβάνι... Ο Θεός να με συγχωρέσει...» συνέχισε, παλεύοντας να ανασηκωθεί. Ο αρχιμανδρίτης την παρατηρούσε ανέκφραστος σαν να άκουγε το ίδιο το ξεκούτιασμα.
«Και στα καλά σας όμως, δεν ήσασταν τακτική στην εκκλησία, κυρά-Σταυρούλα μου», αποκρίθηκε μ' ένα χαμόγελο ευαρέσκειας. «Κι όταν μ' ακούγατε να υπογραμμίζω πως τα πρόσφορα δεν φτάνουν για να πάρει αντίδωρο το χριστεπώνυμο πλήρωμα, δεν σας είδα να γρηγορείτε. Και να πω πως σας ενδιέφερε η πνευματική τροφή; Όλο ψιλοκουβεντούλα πιάνατε στα κηρύγματα. Δεν σας τα λέω μετά χαράς, κυρά Σταυρούλα μου», συνέχισε απτόητος, «αλλά γιατί πλησιάζει η ώρα που θα σας κρίνει ο Θεός...».
Η γριά ξέσπασε σε αναφιλητά. Η αναπνοή όμως δεν τη βάσταγε και το κλάμα μετατράπηκε πάραυτα σε ρόγχο. Ο παπάς της έδωσε θορυβημένος οξυγόνο. Εκείνη γούρλωνε τα μάτια πασχίζοντας να πάρει ανάσες, στυλώνοντας πάνω του ένα ευσπλαχνικό βλέμμα που του έδινε ακόμα περισσότερο στα νεύρα.
Όταν βρήκε την ανάσα της, έκανε να του μιλήσει: «Πετάγομαι... και στον Προφήτη Ηλία, στο Χαλάνδρι... εκεί λειτουργιέται η Ταμάρα... καλή κοπέλα... μάλαμα... και πολύ ταλαιπωρημένη... αυτή γιατροπόρεψε τη μάνα του Γρηγοράκη μου... Είναι ξωμερίτισσα η καημένη και μόνη... δεν έχει κανέναν εδώ. Μένει εσωτερική σ' ένα πλουσιόσπιτο... φροντίζει μια νεαρή, ξωπαρμένη, που δεν ξεμυτίζει έξω. Όσο... όσο για τα πρόσφορα... μια σφραγίδα έχω μονάχα... και τη δανείζω... τη δανείζω και στις άλλες...».
Την κυρά-Σταυρούλα την ξέχασε ή μάλλον την ξέγραψε αμέσως αφού την κοινώνησε και πάτησε πόδι έξω από το δωμάτιο. Από τότε πέρασε καιρός. Είχε διαβάσει τα δώδεκα ευαγγέλια, είχε ψάλλει τα εγκώμια, είχε κάνει την αποκαθήλωση κι ετοιμαζόταν πια για το βράδυ της Ανάστασης. Ήταν εξέχουσας σημασίας η φετινή Ανάσταση. Περίμενε αγωνιωδώς το περίλαμπρο θαύμα που θα αποκάλυπτε, ωσάν άγγελος εξ ουρανού, σε ολόκληρο το εκστασιασμένο εκκλησίασμα τα αδιαμφισβήτητα πειστήρια της αγιότητάς του.
Έβαλε ευλογητός, έδωσε το Φως, διάβασε το αναστάσιμο ευαγγέλιο και βγήκε, απελπισμένος και κατηφής, λες κι έθαβε τον ίδιο του τον πατέρα, στην Ωραία Πύλη να διαβάσει τον κατηχητικό λόγο του Ιωάννη του Χρυσόστομου. Μόλις έφτασε στο: «φιλότιμος γαρ ων ο Δεσπότης δέχεται τον έσχατον καθάπερ και τον πρώτον», έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα στους ενορίτες του κι έχασε τη μιλιά του. Αντίκρισε την κυρά-Σταυρούλα να μπαίνει στον ναό ντυμένη στα γιορτινά της, να προσκυνάει ευλαβικά την εικόνα, να βαδίζει με βήμα ζωηρό προς το μέρος του και να στέκεται πρώτη στην ουρά να μεταλάβει.
Απέξω στα σκαλάκια ο Γρηγοράκης έσκυβε προσηλωμένος και σιωπηλός πάνω από τη φωτεινή οθόνη του PlayStation.

(Το διήγημα γράφτηκε για την πασχαλιάτικη έκδοση της «Καθημερινής», το 2010, απ’ όπου το αναδημοσιεύουμε).

Σάββατο, 4 Μαΐου 2013

Κυριακή του Πάσχα



«Εκ γαρ θανάτου προς ζωήν και εκ γης προς ουρανόν Χριστός ο Θεός, ημάς διεβίβασεν...».

Μέγα Σάββατο



«Τούτο εστι το ευλογημένον Σάββατον΄ αύτη εστίν η της καταπαύσεως ημέρα, εν η κατέπαυσεν από πάντων των έργων αυτού ο μονογενής Υιός του Θεού δια της κατά τον θάνατον οικονομίας, τη σαρκί σαββατίσας...».

Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013

Μεγάλη Παρασκευή



«Εσταυρώθης δι' εμέ
ίνα εμοί πηγάσης την άφεσιν,
εκεντήθης την πλευράν,
ίνα κρουνούς ζωής αναβλύσης μοι...».

Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

Μεγάλη Πέμπτη



«Του δείπνου σου του μυστικού

σήμερον Υιέ Θεού κοινωνόν με παράλαβε...».