ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ("ΕΙΣ ΚΟΠΑΝΟΥΣ")

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ("ΕΙΣ ΚΟΠΑΝΟΥΣ")
ΤΟ BLOG ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ («ΕΙΣ ΚΟΠΆΝΟΥΣ») ΠΟΛΕΩΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

Παρασκευή, 29 Απριλίου 2011

Ο άπιστος Θωμάς



«Εάν μη ίδω… ου μη πιστεύσω» ( Ιωαν. 20, 25 ). Αυτά είπε ο Θωμάς, ένας από τους δώδεκα μαθητές του Χριστού, μόλις άκουσε τα ευχάριστα νέα αυτών που είχαν δει το σταυρωμένο και θαμμένο Διδάσκαλό τους να ανασταίνεται «εκ των νεκρών». Οκτώ ημέρες αργότερα, όπως αναγράφεται στα ευαγγέλια, όταν οι μαθητές ξαναβρέθηκαν όλοι μαζί, ο Χριστός εμφανίστηκε και είπε στο Θωμά: «φέρε τον δάκτυλόν σου ώδε και ίδε τας χείρας μου, και φέρε την χείρά σου και βάλε εις την πλευράν μου, και μη γίνου άπιστος αλλά πιστός». Ο Θωμάς αναφώνησε: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου!». Τότε ο Χριστός του είπε: «ότι εώρακάς με, πεπίστευκας∙ μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες» ( Ιωάν. 20, 24-31). Εκατομμύρια άνθρωποι σήμερα σκέφτονται και μιλούν όπως ο Θωμάς, και υποθέτουν πως αυτή είναι η μόνη προσέγγιση του θέματος που αξίζει σε κάθε σκεφτόμενο άνθρωπο. «Εάν μη ίδω… ου μη πιστεύσω». Δεν είναι αυτή η «επιστημονική προσέγγιση»στο σύγχρονο λόγο μας; Ο Χριστός μας λέει: «μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες». Αυτό σημαίνει πως υπήρχε και υπάρχει μια άλλη προσέγγιση, ένα άλλο πρότυπο, μια άλλη δυνατότητα. Σωστά, αλλά άλλοι θα έλεγαν πως η προσέγγιση αυτή είναι αφελής και παράλογη∙ δεν είναι επιστημονική∙ είναι για οπισθοδρομικούς ανθρώπους∙ και επειδή είμαι άνθρωπος του σύγχρονου κόσμου, «εάν μη ίδω… ου μη πιστεύσω».
Ζούμε σ’ έναν κόσμο μεγάλης υπεραπλούστευσης και συνεπώς πνευματικής φτώχειας. «Επιστημονική» ή «μη επιστημονική». Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν λόγια σαν αυτά όλες τις εποχές σαν να ήταν αυταπόδεικτα και προφανή, και τα χρησιμοποιούν επειδή όλοι τα χρησιμοποιούν, χωρίς σκέψη και συζήτηση. Στην πραγματικότητα οι ίδιοι πιστεύουν αυτές τις απλοποιήσεις τυφλά και απλοϊκά έτσι, ώστε κάθε άλλη προσέγγιση να μη  φαίνεται ούτε σοβαρή, ούτε άξια προσοχής. Το ερώτημα είναι ήδη αποφασισμένο. Είναι όμως πράγματι αλήθεια; Μόλις είπα πως ζούμε σ’ έναν κόσμο μεγάλης πνευματικής φτώχειας. Πράγματι, αν το τελικό αποτέλεσμα της ατέρμονης ανάπτυξης της ανθρωπότητας συμπυκνωθεί  σ’ αυτή τη δήλωση, «εάν μη ίδω… ου μη πιστεύσω», αν το ανθρώπινο γένος θεωρεί αυτή τη δήλωση ως το ύψος της σοφίας και ως τη μεγαλύτερη νίκη της λογικής, τότε ο κόσμος μας είναι αληθινά φτωχός, ρηχός, και πάνω απ’ όλα απίστευτα πληκτικός. Εάν γνωρίζω μόνο ό,τι βλέπω, αγγίζω, μετρώ και αναλύω, πόσο λίγα πράγματα στην πραγματικότητα γνωρίζω! Ολόκληρος ο κόσμος τότε του ανθρώπινου πνεύματος πέφτει έξω, μαζί με όλη τη διαίσθηση και τη βαθιά γνώση που απορρέει όχι από το «βλέπω» ή «αγγίζω», αλλά από το «σκέφτομαι», και ιδιαίτερα από το «στοχάζομαι - θεωρώ».
Αυτό που εκπίπτει είναι το πεδίο της γνώσης που για αιώνες ρίζωνε όχι στην εξωτερική, παρατηρήσιμη εμπειρία, αλλά σε μια άλλη ανθρώπινη ιδιότητα, σε μια καταπληκτική και ίσως ακατανόητη ικανότητα που ξεχωρίζει τους ανθρώπους από ο,τιδήποτε άλλο και τους κάνει αληθινά μοναδικούς. Τώρα ακόμη και τα ρομπότ, τα μηχανήματα και οι υπολογιστές μπορούν να αγγίξουν ,να χειριστούν και να χρησιμοποιήσουν αντικείμενα∙ μπορούν να κάνουν ακριβείς μετρήσεις, ακόμη και προβλέψεις. Γνωρίζουμε πως στην πραγματικότητα εκτελούν καλύτερα από τους ανθρώπους μετρήσεις, συγκρίσεις, και κάνουν ακριβείς παρατηρήσεις άψογα∙ είναι ακριβέστερα, και «επιστημονικότερα». Εδώ όμως είναι κάτι που κανένα ρομπότ, υπό οποιαδήποτε συνθήκη, δε θα μπορούσε να ποτέ να κάνει: να γεμίσει από θαύμα, από δέος, να αισθανθεί, να κινηθεί από τρυφερότητα, να χαρεί, να δει ο,τιδήποτε δε μπορεί να ιδωθεί με οποιαδήποτε μέτρηση ή ανάλυση. Κανένα ρομπότ δε θα ακούσει αυτούς τους άρρητους ήχους που γεννούν τη μουσική και την ποίηση ∙ κανένα ρομπότ δε θα κλάψει ποτέ, ούτε θα δείξει εμπιστοσύνη. Δίχως όμως όλα αυτά ο κόσμος μας δε γίνεται άχρωμος, πληκτικός, θα έλεγα δε και αχρείαστος; Ω ναι, αεροπλάνα και διαστημόπλοια θα πετούν όλο και περισσότερο, όλο και ταχύτερα. Αλλά για πού και γιατί; Ναι, τα εργαστήρια θα εκτελούν τις αναλύσεις όλο και με περισσότερη ακρίβεια. Αλλά προς τι; Μου λένε «για το καλό της ανθρωπότητας». Καταλαβαίνω ότι αυτό σημαίνει πως μια μέρα θα έχουμε έναν υγιή, καλοθρεμμένο και ικανοποιημένο άνθρωπο, που θα είναι ολοκληρωτικά τυφλός, ολοκληρωτικά κουφός και χωρίς καμιά απολύτως συνείδηση για την τύφλα και την κωφότητά του…
«Εάν μη ίδω… ου μη πιστεύσω». Είναι σαφές λοιπόν πως η εκ παρατηρήσεως εμπειρία, τα εμπειρικά δεδομένα, δεν είναι παρά μια μορφή γνώσης, η πλέον στοιχειώδης, και γιαυτό κατώτερη. Η εμπειρική ανάλυση είναι χρήσιμη και αναγκαία, αλλά το να αναγάγουμε κάθε ανθρώπινη γνώση σ’ αυτό το επίπεδο είναι σαν να προσπαθούμε να κατανοήσουμε την ομορφιά ενός πίνακα με τη χημική ανάλυση του χρώματός του. Ό,τι αποκαλούμε πίστη βρίσκεται στο δεύτερο και ανώτερο επίπεδο της ανθρώπινης γνώσης, χωρίς την οποία μπορεί να ειπωθεί πως ο άνθρωπος δε θα μπορούσε να ζήσει ούτε μια μέρα. Ο κάθε άνθρωπος πιστεύει σε κάτι ή σε κάποιον, έτσι το μόνο ερώτημα είναι ποιανού πίστη, ποιανού όραμα, ποιανού γνώση του κόσμου ανταποκρίνεται ακριβέστερα και πιο ολοκληρωμένα στον πλούτο και την περιπλοκότητα της ζωής.
Μερικοί λένε πως η ανάσταση του Χριστού πρέπει να αποτελεί πλαστογραφία αφού οι νεκροί δεν ανίστανται. Αυτό αληθεύει, αν δεν υπάρχει Θεός. Αν όμως υπάρχει Θεός, τότε ο θάνατος πρέπει να συντριβεί, επειδή ο Θεός δεν είναι Θεός της φθοράς και του θανάτου. Άλλοι τότε θα πουν: αλλά δεν υπάρχει Θεός, επειδή κανείς δεν Τον είδε. Πώς όμως τότε υπολογίζεται η εμπειρία εκατομμυρίων ανθρώπων που χαρούμενα διαβεβαιώνουν πως Τον έχουν δει, όχι βέβαια με τα φυσικά τους μάτια, αλλά με μια βαθιά και ορισμένη εσωτερική όραση; Δύο χιλιάδες χρόνια πέρασαν, αλλά όταν η χαρούμενη διακήρυξη «Χριστός ανέστη!» πέφτει σαν από τον ουρανό, όλοι δίνουν την ίδια θριαμβευτική απάντηση, «Αληθώς ανέστη!».
Είναι πράγματι αλήθεια πως δε  βλέπεις ούτε ακούς; Είναι όντως αλήθεια πως στο βαθύτερο κομμάτι της συνείδησής σου, μακριά από κάθε ανάλυση, μέτρηση και ψηλάφηση, ούτε βλέπεις, ούτε αισθάνεσαι ένα άσβεστο ,ακτινοβόλο φως, δεν ακούς τους ήχους μιας αιώνιας φωνής; «Εγώ ειμί η οδός, η ανάστασις και η ζωή…»; Είναι όντως αλήθεια πως στο βάθος της ψυχής σου δεν αναγνωρίζεις το Χριστό μέσα μας, μέσα μου, να απαντά στον άπιστο Θωμά, «μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες»;

(Από το «Εορτολόγιο» του π. Αλέξανδρου Σμέμαν)

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2011

Κυριακή του Θωμά «εις Κοπάνους»...


Ανακοίνωση

Γνωρίζουμε στα μέλη της Αγίας Εκκλησίας μας, ότι την ερχόμενη Κυριακή 1η Μαΐου (του Αντίπασχα ή του Θωμά) πανηγυρίζει ο Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου («εις Κοπάνους») πόλεως Ιωαννίνων, σύμφωνα με το παρακάτω πρόγραμμα:
Σάββατο 30 Απριλίου:
19.00 μ.μ.: Μέγας Εσπερινός, με Αρτοκλασία.

Κυριακή 1η Μαΐου:
07.00 π.μ.: Όρθρος - Θεία Λειτουργία.
19.00 μ.μ.: Ιερά Παράκληση στον Απόστολο Θωμά.

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

«Eλπίδα, δηλαδή ελευθερία»


Γράφει ο καθηγητής Χρήστος Γιανναράς

Για την ανάσταση του Xριστού η εκκλησιαστική εμπειρία δεν μιλάει γλώσσα θρησκευτική. Δεν συμβιβάζεται με τη γλώσσα που μιλάνε, σε κάθε εποχή, οι ιδεολόγοι της θρησκειοποιημένης χριστιανοσύνης.
H θρησκεία ερμηνεύει την εκ νεκρών ανάσταση σαν «θαύμα». H λέξη θαύμα δεν φωτίζει τίποτα. Παραπέμπει σε γεγονός συντελεσμένο με τρόπο «υπερφυσικό», μαγικό. Tο «θαύμα» της ανάστασης του Xριστού προϋποθέτει να έχει ο άνθρωπος αποδεχθεί (νοητικά, άσχετα με την εμπειρία) ότι υπάρχει μια ανώτερη δύναμη, ο Θεός, δημιουργός και αιτία κάθε πραγματικότητας. Ότι αυτός ο Θεός έδωσε στον πρώτο άνθρωπο (άνθρωπο των σπηλαίων, της λίθινης εποχής;) κάποια εντολή που δεν τηρήθηκε, γι’ αυτό και τιμωρήθηκε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος να είναι θνητό, στους αιώνες των αιώνων –μαζί του και κάθε έμβιο υπαρκτό.
Προϋποθέτει η γλώσσα της θρησκείας ότι κάποτε ο Θεός λυπήθηκε τους ανθρώπους και έστειλε τον Yιό του να γίνει άνθρωπος και να πληρώσει, με τον δικό του βασανιστικό θάνατο, το τίμημα για την ενοχή των πρωτοπλάστων. Σταυρώθηκε ο Yιός του, θάφτηκε τρεις μέρες νεκρός και την τρίτη μέρα ο Θεός τον ανάστησε με τη θαυματουργική του δύναμη. Kαι αφού η προπατορική ενοχή των ανθρώπων εξαλείφθηκε με τον σταυρικό θάνατο του Xριστού, αναιρέθηκε και η ποινή του θανάτου – οι άνθρωποι, όλοι, κάποτε θα αναστηθούν από την ίδια θαυματουργική δύναμη που ανάστησε και τον Xριστό. Aυτή είναι η γλώσσα της θρησκείας.
H εκκλησιαστική εμπειρία μιλάει άλλη γλώσσα. Aποκλείει νοητικές αναγωγές, a priori παραδοχές, υπερφυσικές μαγικές δυνάμεις. Mιλάει για την ανάσταση ως ελευθερία της προσωπικής ύπαρξης από προκαθορισμούς και αναγκαιότητες φύσης ή ουσίας. Kαι η ελευθερία παραπέμπει σε «τρόπο» υπαρκτικό, όχι σε «θαύμα». O Θεός της εκκλησιαστικής εμπειρίας γνωρίζεται με τον τρόπο της ελευθερίας, προσεγγίζεται μόνο με προσωπικές ψηλαφήσεις: μέσα από την ανακάλυψη (καθόλου αυτονόητη) του κοσμικού κάλλους ως λόγου προσωπικής ετερότητας, λόγου που καλεί σε αμεσότητα σχέσης. Kαι μέσα από την πίστη - εμπιστοσύνη (που προϋποθέτει επίσης την ελευθερία της σχέσης) στους αυτόπτες μάρτυρες της ιστορικής παρουσίας Iησού του από Nαζαρέτ.
H μαρτυρία των αυτοπτών μαρτύρων είναι πρόταση απάντησης στο υπαρκτικό πρόβλημα: στο ερώτημα για την αιτία και τον σκοπό της ύπαρξης και των υπαρκτών, το «νόημά» τους. Aν το ιστορικό πρόσωπο του Iησού είναι η ενανθρώπιση του Θεού, τότε αιτιώδης αρχή του υπαρκτού βεβαιώνεται η ελευθερία: ο Θεός ελεύθερος από κάθε αναγκαιότητα ή προκαθορισμό. Δεν είναι υποχρεωμένος από τη φύση του ο Θεός να είναι αυτό που είναι, μπορεί ελεύθερος από κάθε αναγκαιότητα να υπάρχει και ως άνθρωπος. Eίναι ελεύθερος από τη θεότητά του ο Θεός: το αποκαλύπτει η ενανθρώπισή του. Kαι είναι το ίδιο ελεύθερος από τους υπαρκτικούς περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης ο ενανθρωπήσας Θεός: το αποκαλύπτει η ανάστασή του εκ νεκρών.
Tο ευαγγέλιο της εκλησιαστικής εμπειρίας, η πρότασή της (πάντοτε ανοιχτή σε επαλήθευση προσωπικής ψηλάφησης) λέει ότι η ανάσταση του Xριστού εγκαινιάζει «τρόπο» να υπάρχει ο άνθρωπος ελεύθερος από τους περιορισμούς της φύσης του, ελεύθερος από τον θάνατο. Nα αντλεί ο άνθρωπος την ύπαρξη όχι από τη φύση του, που υπόκειται σε αναγκαιότητες, αλλά από τη σχέση του με τον Θεό –όπως ο ενανθρωπήσας Yιός πραγματοποιεί την ύπαρξη ως σχέση με τον Πατέρα και όχι ως εξαναγκασμένη θεϊκή ατομικότητα. H μετάβαση από τη φύση στη σχέση είναι το πέρασμα («πάσχα») από την αναγκαιότητα του θανάτου στην ελευθερία της ανάστασης.
Mε άλλα λόγια: O Xριστός ανασταίνεται εκ νεκρών όχι χάρη στη «θαυματουργική» δύναμη της θεϊκής του «φύσης», αλλά χάρη στην ελεύθερη αγαπητική αυτοπαράδοσή του στο θέλημα της αγάπης του Πατρός. H ανάσταση δεν συνάγεται από τη φύση (την «παντοδύναμη» και «αθάνατη» φύση της θεότητας), συνάγεται από τη σχέση, την ελευθερία της αγάπης. Δεν είναι «θαύμα» η ανάσταση, είναι τρόπος υπάρξεως.
Στο επίπεδο του ανθρώπινου βίου αυτή η μετάβαση από τη φύση στη σχέση είναι το άθλημα που συγκροτεί το εκκλησιαστικό γεγονός. H Eκκλησία πραγματώνεται και φανερώνεται σε ένα δείπνο, όπου η κυριαρχική ανάγκη της φύσης, η ανάγκη για βρώση και πόση μεταποιείται σε κοινωνία αγαπητικών σχέσεων – κοινωνία «θεία» όχι επειδή είναι «θαύμα» αλλά επειδή πραγματώνει την ελευθερία της αγάπης. Γι’ αυτό και κάθε σύναξη στο ευχαριστιακό δείπνο είναι για την Eκκλησία γιορτή ανάστασης, πάσχα χαράς.
Tίποτε από αυτά δεν συνιστά «αντικειμενικό» δεδομένο που να υποχρεώνει σε παραδοχή – η υπαρκτική ελευθερία δεν είναι δυνατό να γνωρίζεται με νοησιαρχικούς ή ψυχολογικούς εξαναγκασμούς. Γι’ αυτό και η γλώσσα της θρησκείας (γλώσσα της ιδεολογίας και του συναισθήματος, γλώσσα εξουσίας) δεν μπορεί ποτέ να πει την ανάσταση του Xριστού, να ευαγγελιστεί την εκκλησιαστική εμπειρία της γιορτής. H γιορτή (ποίηση, δραματουργία, ζωγραφιά, μέλος) είναι γλώσσα μετοχής: μεταγγίζει γνώση όχι οριστικά κατεχόμενη, αλλά δυναμικά τελειούμενη. Oπως η γνώση που τελειούται ως ελπίδα όταν σμίγουν σε σάρκα μία άνδρας και γυναίκα ερωτευμένοι.
Oι μέτοχοι της εκκλησιαστικής εμπειρίας πεθαίνουν, δεν εξαιρούνται από τον θάνατο. H ανάσταση είναι χαρά και γιορτή, «πανήγυρις πανηγύρεων», επειδή είναι ελπίδα, όχι βεβαιότητα αναγκαστή κατά πάντων. H ελπίδα μεταγγίζει γνώση που ελευθερώνει: δεν υποτάσσει, δεν εκβιάζει, δεν εξαναγκάζει όπως το «θαύμα» ή το «αλάθητο δόγμα». Mε τα κριτήρια της θετικής γνώσης, η εκκλησιαστική ελπίδα είναι άγνοια. Aλλά «άγνοια υπερτέρα πάσης γνώσεως». Γι’ αυτό και γιορτή. Για όσους ταυτίζουν την πραγματική ζωή με την ελευθερία, την ελευθερία με τον πληρωματικό έρωτα.
 
(Εφημερίδα «Καθημερινή», Σάββατο 22 Aπριλίου 2006)

 

ΚΥΡΙΑΚΗ (ΠΑΣΧΑ)


«ΚΑΘΑΡΗ ΔΙΑΦΑΝΗ ΜΕΡΑ. Φαίνεται ο άνεμος που ακινητεί με τη μορφή βουνού κει κατά τα δυτικά. Κι η θάλασσα με τα φτερά διπλωμένα, πολύ χαμηλά, κάτω από το παράθυρο.

Σου ’ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κει να μοιράσεις δωρεάν την ψυχή σου. Ύστερα να κατεβείς και, θαρραλέα, να καταλάβεις τη θέση στον τάφο που σου ανήκει».

(Από το «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου» του Οδυσσέα Ελύτη).

«Ανέστη...»



«Χριστός Ανέστη


χαρά μου»

Η εις Άδου κάθοδος.
Άγιος Νικόλαος στη Βίτσα Ζαγορίου, έτος 1618.

«Ανάστα...»


 

«Ανάστα


ο

Θεός...»


Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

«ΣΩΣΤΟΣ ΘΕΟΣ...»


«ΣΩΣΤΟΣ ΘΕΟΣ. Όμως κι αυτός έπινε το φαρμάκι του
γουλιά γουλιά καθώς του είχε ταχθεί
έως ότου ακούστηκε η μεγάλη έκρηξη...».

 (Από το «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου» του Οδυσσέα Ελύτη).

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

«Ύμνοι αγγέλων σε ρυθμούς ανθρώπων»


«…Καθώς με πνίγει το κενό της εξέλιξης, η απόγνωση της τηλεόρασης και ο εφιάλτης των αυτοκινήτων, νοστάλγησα να προσφέρω πάλι λίγα λουλούδια για το στόλισμα του Επιταφίου, βγαλμένα μέσα από την ψυχή μου» (Σταύρος Κουγιουμτζής).

Τον Απρίλιο του 1998 κυκλοφόρησαν οι «Ύμνοι αγγέλων σε ρυθμούς ανθρώπων». Μια πολύ ενδιαφέρουσα δισκογραφική εργασία του Σταύρου Κουγιουμτζή με διασκευασμένους ύμνους, κυρίως από τον υμνογραφικό πλούτο της Μεγάλης Εβδομάδας.
Για την απόδοσή τους, ο Σταύρος Κουγιουμτζής στηρίχτηκε ερμηνευτικά στο Γιώργο Νταλάρα και στην Αιμιλία Κουγιουμτζή, που συνοδεύτηκαν από πολυμελή ορχήστρα, την Καμεράτα των φίλων της μουσικής, υπό τη διεύθυνση του Αλέξανδρου Μυράτ και τη χορωδία Fons Μusicalis.

Τα μέρη του δίσκου:
1.      Εισαγωγή
2.      Θεός Κύριος
3.      Κύριε εκέκραξα προς σε
4.      Τον νυμφώνα σου βλέπω
5.      Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριο
6.      Κύριε καταφυγή
7.      Κύριε των δυνάμεων
8.      Άξιον εστί
9.      Ιδού ο νυμφίος έρχεται
10.    Εξέδυσάν με τα ιμάτιά μου
11.    Σήμερον κρεμάται επί ξύλου
12.    Διεμερίσαντο τα ιμάτια μου
13.    Την ανάστασίν σου Χριστέ Σωτήρ
14.    Αναστάσεως ημέρα
15.    Χριστός ανέστη

Ο Σταύρος Κουγιουμτζής καταπιάστηκε με την εκ νέου μελοποίηση όλων αυτών των ύμνων, που είναι -ούτως η άλλως- πολύ γνωστοί και πολύ αγαπητοί στην πρώτη τους μορφή, έχοντας στο πλευρό του έναν έγκυρο ερμηνευτή και έναν δοκιμασμένο συνεργάτη του: Τον Γιώργο Νταλάρα.

Γράφει ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος: Ως προς τη μουσική, μπορούμε να διακρίνουμε τρία επίπεδα: το βυζαντινό μέλος που αποδίδεται άλλοτε πιστά κι άλλοτε ελεύθερα, το ήθος της ενορχήστρωσης που αξιοποιεί τα βυζαντινά στοιχεία και, τέλος, τη μελωδική γραμμή του ίδιου του Κουγιουμτζή που συνδέει το παλιό με το νέο του έργο...

Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

«Η γόνιμη σιγή»

Του Χρήστου Γιανναρά

Θα ήταν εξαιρετικά ελπιδοφόρο, αν σιγούσε τη Μεγάλη Εβδομάδα κάθε παρέμβλητος στη λατρεία λόγος. Ούτε κηρύγματα, ούτε εόρτιες εγκύκλιοι, ούτε επεξηγήσεις και διδακτικοί σχολιασμοί των τελουμένων. Να γινόταν σεβαστή η λατρευτική δραματουργία ακέραια στη σημαντική δυναμική της.
Για να σιγήσει γόνιμα ο λόγος, πρέπει να έχουν εμπεδωθεί κριτήρια καίριων διακρίσεων: Να μπορούμε να ξεχωρίσουμε τις νοητικές βεβαιότητες από τις εμπειρικές ψηλαφήσεις. Την ψυχολογική αυθυποβολή από την κοινωνούμενη εμπιστοσύνη. Την ατομοκεντρική «συγκίνηση» από την κατανυκτική αυθυπέρβαση. Τη γλώσσα της ελπίδας από τη γλώσσα της προπαγάνδας.
Τέτοιες διακρίσεις δεν διδάσκονται, σπουδάζονται στην πράξη. Όταν λειτουργεί το εκκλησιαστικό γεγονός, σου φανερώνει τη διαφορά της εκκλησίας από τη θρησκεία. Και στη φανερώνει με τρόπους συγκεκριμένους, απτούς: Με την αρχιτεκτονική μορφή, τη ζωγραφική τεχνοτροπία, το είδος του μέλους, την παραστατική δραματουργία. Καταλαβαίνεις, χωρίς νοητικές αναλύσεις, πως ό,τι αποβλέπει στον εντυπωσιασμό, στην ψυχολογική υποβολή, στην ατομοκεντρική «πνευματική» τέρψη είναι άσχετο με την εκκλησία, είναι μόνο θρησκεία (γεγονός εγκλωβισμένο στις ανάγκες της φύσης του ανθρώπου). Καταλαβαίνεις, χωρίς αισθητικές προτεραιότητες, ότι το ηλεκτρικό καντήλι είναι ψευτιά, τα ηλεκτρικά κεριά (σε μανουάλια και πολυελαίους) είναι απάτη για εντυπωσιασμό, η υστερική μεγαφωνία είναι λογική της προπαγάνδας.
Όταν λειτουργεί το εκκλησιαστικό γεγονός, διαπιστώνεις αμέσως ότι μετέχεις στη συγκρότησή του, δεν είσαι θεατής και ακροατής. Μετέχεις στις σχέσεις που το καθιστούν γεγονός, γι' αυτό και ό,τι δεν συγκροτεί σχέση και κοινωνία σχέσεων (ό,τι απευθύνεται στο άτομο, ευφραίνει, συγκινεί, διδάσκει, ηθικοποιεί το άτομο) αποκλείεται από το εκκλησιαστικό γεγονός. Ό,τι είναι ατομικό ανήκει στη θρησκευτική σφαίρα, ψευτοπαρηγορεί τον θάνατο. Εκκλησιαστικό γεγονός είναι το κερί, το λάδι, τα χρώματα, η μουσική, ακόμα και το κάθισμα (το «στασίδι») όταν συγκροτούν σχέση: δηλαδή αναφορά, ευχαριστία (όπως λειτουργεί ως αναφορά και ευχαριστία και το ευτελέστερο αντικείμενο όταν ζωντανεύει δεσμό ερωτικό).
Σε μια θρησκευτική τελετουργία πηγαίνουμε για να εξευμενίσουμε το υπερβατικό, να προσευχηθούμε σε αυτό, να εξασφαλίσουμε με τη λατρεία μας ατομική αξιομισθία. Το εκκλησιαστικό γεγονός το συγκροτούμε ψάχνοντας έναν τρόπο χρήσης των υλικών πραγμάτων ικανό να ανταποκριθεί στο κάλλος και στη σοφία των υλικών δωρημάτων που συνιστούν και συντηρούν την ύπαρξή μας - τρόπο ικανό να ανταποκριθεί στον έρωτα «μανικού εραστή» και Νυμφίου. Στον τρόπο που φτιάχνεται ένα «στασίδι»στην τεχνοτροπία μιας εκκλησιαστικής εικόνας, στο καντήλι με το λάδι και στο αναμμένο κερί, σπουδάζουμε το πώς η ύλη του κόσμου μπορεί να γίνει αντιχάρισμα στην αγάπη που μας δωρίζεται με την υλική μας υπόσταση και τη συντήρησή της.
Η θρησκευτική τελετουργία είναι μετάβαση σε άλλο γένος: Εκεί προέχει η ατομική μας ανάγκη, όχι το άθλημα της σχέσης. Γι' αυτό και δεν χρειάζεται εικόνες η θρησκευτική τελετουργία, θέλει συναίσθημα και διδακτισμό, άρα νατουραλίστικη ζωγραφική, ξανθωπούς Χριστούληδες και γλυκερές μαντόνες. Θέλει ψυχαναγκαστικό εντυπωσιασμό, επομένως θηριώδη μεγάφωνα, διακοσμητικούς φωτισμούς, ψεύτικα λουλούδια, ψεύτικα καντήλια, ψεύτικα κεριά.
Θέλει και θέσεις καθημένων, πολλές θέσεις, όπως σε κάθε οργανωμένο θέαμα και ακρόαμα. Θέλει και κήρυγμα: η ποίηση της υμνολογίας δεν αρκεί, η μεθεκτική δραματουργία δεν ενδιαφέρει, η εμπειρική θεολογία των κειμένων δεν κατανοείται. Χρειάζεται λόγο προπαγανδιστικό πεποιθήσεων, λόγο ενθουσιαστικού ψυχολογισμού, εξουσιαστικού κύρους επιχειρημάτων, αποδείξεων.
Διερωτάται εύλογα κανείς, αν είναι ίδιος ο δικός μας σημερινός χριστιανισμός με τον χριστιανισμό που σαρκώνεται στις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας, τον χριστιανισμό της τέχνης των Εικόνων, των χειροποίητων θόλων και ημιθολίων, της λειτουργικής δραματουργίας. Εκείνος ο άλλοτε χριστιανισμός μιλούσε για την άγνοια που είναι γνώση, για την απόγνωση που γίνεται σχέση, για τη σιωπή που λογοποιεί την αποκάλυψη. Πείθει ότι ήταν ζωντανό, ενεργό γεγονός εκείνος ο χριστιανισμός γιατί παρήγε τέχνη, εκπληκτικά μορφώματα πολιτισμού.
Ο δικός μας σημερινός χριστιανισμός δεν παράγει τέχνη, δεν πλαστουργεί πολιτισμό -δεν δίνει σημάδια ζωής. Αντίθετα, συμβιβάζεται με έναν απαρόμοιαστο αισθητικό εκβαρβαρισμό, με την αποθέωση του «κιτς». Και παράγει λόγο, λόγο καταιγιστικό: Κηρύγματα, «ποιμαντικές» εγκυκλίους ακατάσχετη έντυπη φλυαρία, ραδιοφωνικό προπαγανδισμό - τρέφει τη διάνοια με ταχυπετή αναίδεια. Γιατί ο σημερινός «χριστιανικός» λόγος κομίζει σιγουριά, ξέρει τα πάντα για το άγνωστο, το απερινόητο, το ακατάληπτο. Ξέρει λεπτομέρειες, έχει για όλα πληροφόρηση. Ετσι εξασφαλίζει και το κύρος για να κατευθύνει κάθε πρακτική πτυχή και του ενθάδε βίου, να ποδηγετεί πλήθη ανθρώπων που φοβούνται την ευθύνη της ενηλικίωσης.
Για να σιγήσει τη Μεγάλη Εβδομάδα ο παρέμβλητος στην Εκκλησία θρησκευτικός λόγος, πρέπει να λειτουργήσουν κριτήρια διάκρισης του εκκλησιαστικού γεγονότος από τη φυσική ανάγκη για θρησκεία. Γενιές Ελλήνων έρχονται στη ζωή και φεύγουν από τη ζωή δίχως να αξιωθούν να δουν αυτήν τη διάκριση ένσαρκη στον λειτουργικό χώρο. Να δουν να λειτουργεί στις εκκλησιές η εγρήγορση που ξεχωρίζει την παραμυθία από την προπαγάνδα.

(Εφημ. «Καθημερινή» - 22/4/2001)

«Προ εξ ημερών του Πάσχα»


Του Μητροπολίτη Πέργης Ευαγγέλου

Από την «Ιδιωτική Οδό»...

«...Μέ Γλυκειά μυσταγωγία μᾶς σκεπάζουν οἱ νύχτες πού ἔρχονται. Γεμάτες ἀπό τό μυστήριο τῆς Πόλης, πού μᾶς βρίσκει μέσα της, σκεπασμένους ἀπό τήν ἀόρατη Χάρη ἀπό προικιά κειμηλιώδη τῶν αἰώνων. Εἶναι τό «γλυκύ μας ἔαρ». Ἡ ἀσίγαστη φωνή τοῦ Ζωοδότου, πού ἠχολογεῖ μέσα μας τήν ἐλπίδα. Ἕνα κρυφομίλημα τοῦ γένους μέ τό Θεό, πού μᾶς τρέφει μέ τό ἀχόρταγο μάννα τῆς ράτσας...».

Για να διαβάσετε ολόκληρο το κείμενο, πατήστε εδώ:
http://panagiotisandriopoulos.blogspot.com/2011/04/blog-post_6990.html

«Ιδού ο Νυμφίος...»


Λόγος εκφωνηθείς υπό του Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος (1913 - 1989) στον πάνσεπτο πατριαρχικό ναό του Αγίου Γεωργίου, κατά το εσπέρας της Κυριακής των Βαΐων, την 2α Απριλίου του 1972:

«Αδελφοί μου,
Όπως επί αιώνας, διασχίζων κάθε είδους νύκτες και ανέμους, ακολουθούμενος από τα ία και τις ανεμώνες, προσπερνών αρχαία γνώριμα τείχη και βαδίζων επάνω εις τα λιθόστρωτα των ιδίων στενών δρόμων, έρχεται απόψε εις του Φαναρίου το παλαιόν μοναστήριον, εις την Μεγάλην Εκκλησίαν Του –Μόνος και Ολόϊδιος– ο Νυμφίος.
Ιδού ο Νυμφίος έρχεται. Και έρχεται εν τω μέσω της νυκτός, ωσάν ένα φως, μέσα από τον άνεμον, ωσάν την γαλήνην. Έτσι, όπως πάντοτε, απόψε εις το Φανάριον, ο Νυμφίος έρχεται. Και ημείς οι δούλοι, γρηγορούντες, Τον αναμένομεν, πιστοί, εις τον ίδιον τόπον, και διαβαίνοντες τα σύνορα των αλλαγών. Τον υποδεχόμεθα και τον προσκυνούμεν.
Ευλογημένος ο Νυμφίος, ο που πάλιν έρχεται. Και μακάριοι οι δούλοι, που και πάλιν ευρίσκει γρηγορούντας. Αλλ’ ο Νυμφίος απόψε δεν έρχεται μόνον εδώ και μόνον προς ημάς. Έρχεται προς την κάθε ανθρωπίνην κατάστασιν, προς τον κάθε άνθρωπον. Και έρχεται διά να μας εισαγάγη εις το δραματικόν μυστήριον του Θείου Πάθους. Έτσι, ως Νυμφίον πορευόμενον προς γάμον, Τον είδε και Τον εβίωσε η Εκκλησία τον Κύριόν της, εις την είσοδον του Πάθους.
Γάμος και Πάθος. Παντοδυναμία και ένδεια. Λατρεία και χλεύη. Θείον μεγαλείον και τελειότης και κάλλος –και ακάνθινος στέφανος και κοκκίνη χλαμύς και κάλαμος και θρόμβοι αίματος. Απαστράπτουσα Θεότης και πάσχουσα ανθρωπότης… Όλα αυτά, τα άντικρυς αντίθετα, επί το αυτό συναπτόμενα, συνταυτισμένα και ηνωμένα εις το ένα και μοναδικόν πρόσωπον του Νυμφίου της Εκκλησίας. Οποία αντινομία, οποίον φοβερόν παράδοξον, που εκστασιάζει τον νουν του ανθρώπου και συντρίβει την ανθρωπίνην καρδίαν.
Αλλά και οποία θεολογική σοφία εις αυτό το όραμα και εις αυτήν την υπαρξιακήν εμπειρίαν της Εκκλησίας, να βιώση και να εικονίση ως Νυμφίον τον προς το πάθος εκλόμενον Κύριόν της. Με την εικόνα του Νυμφίου έναντι της προοπτικής του βάθους της όλης πλοκής του Θείου Δράματος, έχουμε μίαν γεύσιν του παραδόξου, δηλαδή μίαν προσπέλασιν του θεανδρικού μυστηρίου και της δι’ αυτού απολυτρώσεως της όλης χριστιανικής αληθείας και περιπετείας.
Θεώμενοι απόψε τον Νυμφίον, αιφνιαδιαζόμεθα προς στιγμήν, ή περιπίπτομεν εις άτοπον συναισθηματισμόν. Θεωρούμε τον Νυμφίον ως κάτι παρόμοιον προς ήρωα αρχαίας τραγωδίας, ως μορφήν τραγικήν. Δεν είναι. Διότι το Θείον Πάθος δεν είναι τραγωδία. Δεν είναι η αδιέξοδος της αμαρτίας. Είναι η διέξοδός της. Το πάθος εδώ δεν επιβάλλεται έξωθεν, αλλ’ έσωθεν, εκ της αγάπης. Είναι εκούσιον. Εδώ ο πάσχων δεν είναι αυτός που νομοτελικώς οφείλει να πάθη, ούτε το θύμα ανωνύμων δυνάμεων, αλλ’ ο παντάπασιν αδιανοήτως πάσχων. Και ο θείος παράγων δεν είναι, εδώ, είδος από μηχανής Θεού, που επεμβαίνει την τελευταίαν στιγμήν και μηχανικώς λύει την τραγωδίαν. Εδώ είναι ο Θεός πάσχων ως άνθρωπος, αντί του ανθρώπου. Είναι ο αναμάρτητος, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου. Είναι η αγάπη, που εκουσίως εμπλέκεται εις την ανθρωπίνην τραγωδίαν, εν παραδόξω ευθυνη αμαρτωλότητος, και με το πάθος και την θυσίαν λύει τα άλλως άλυτα. Αυτό είναι και λέγεται: Τα επέκεινα της τραγωδίας.
Απόψε ο Νυμφίος μας οδηγεί επέκεινα της τραγωδίας, εις την περιοχήν του θεανδρικού παραδόξου, το οποίον ημπορούν να προσψαύσουν και να βιώσουν, όσοι γνωρίζουν εν πίστει να σιωπούν, να κενώνουν εαυτούς από τον εαυτόν τους και να θαυμάζουν.
Απόψε μείνατε σιωπηλοί, αδειάσατε τον εαυτόν σας από τον εαυτόν σας και θαυμάσατε. Σας βεβαιώ, απόψε, μέσα από τους στενούς δρομίσκους του Διπλοφαναρίου, μέσα από την άνοιξιν, εδώ προς ημάς ο Νυμφίος έρχεται.
Γρηγορείτε και προσεύχεσθε».

Σάββατο, 16 Απριλίου 2011

Βαρθολομαίος για Πάσχα


Διαβάστε το φετεινό Αναστάσιμο Μήνυμα του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου, πατώντας εδώ:

http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=5366

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

«Σας κάλεσα, για ν’ αλλάξω τη ροή της ζωής σας, μ’ ένα αγκάλιασμα…»


άλλο ένα Πάσχα
μία ακόμη Μεγάλη Εβδομάδα
με τη σκέψη να περιορίζεται σε ότι την κατευθύνουν τα ΜΜΕ: στην οικονομική κρίση και στην καλοπέραση μέσω της απόκτηση σπιτιών, αυτ/των, και λοιπών υλικών αγαθών.
Καμιά γιορτή-αργία να μεσολαβεί για να σπάει κάπως την πλήξη μας.
Θα βάψουμε και τα κόκκινα αυγά, και το αρνάκι στη σούβλα
και λίγο στην εκκλησία, έτσι για το καλό
ενίοτε και λίγο συναίσθημα την Μ. Πέμπτη ή την Μ. Παρασκευή από αυτό που δεν προλαβαίνουμε να νοιώσουμε κ να ζήσουμε με τις ασχολίες μας.
Ακολουθεί μια πρόσκληση σε ΔΕΙΠΝΟ.
Θερμή παράκληση, σχεδόν ΙΚΕΣΙΑ
να μην την απορρίψουμε
Σας φώναξα, λέει ο βασιλιάς, γιατί είχα στρώσει στο τραπέζι μου το πιο λευκό λινό και είχα για σας μέλι και γάλα. Σας φώναξα γιατί ήσασταν οι καλύτεροι φίλοι μου και λαχτάρησα να φάω μαζί σας. Δεν κράτησα τίποτα για άλλον κανέναν. Όλα τα φύλαξα για σας. Μα εσείς δεν ήρθατε.
Και βρήκατε τόσο ασήμαντες δικαιολογίες που δεν ήρθατε κι εγώ σας άκουγα κι αναρωτιόμουν γιατί όλες οι έγνοιες που πάντοτε θα σας απασχολούν, να είναι πιο σπουδαίες από το δείπνο που θα μοιραζόμασταν.
Είχα αγοράσει το καλύτερο κρασί, τα πιο αρωματικά τριαντάφυλλα, τα απαλότερα μαξιλάρια. Και σας περίμενα. Χρόνια σας περίμενα. σας καλώ χρόνια. Ποτέ δεν έρχεστε. Πάντα κάτι επείγον προέχει. Πάντα κάτι με παρακάμπτει, με σβήνει, με εξαφανίζει από τις ζωές σας. Κι οι ζωές σας τρέχουν αλλού. Εκεί που τρέχει η ζωή κάθε μέρα.
Θα ’θελα να σηκώσω το χέρι μου κι αυτό το αλλοπρόσαλλο ποτάμι να πάψει να κυλά. Να κατεβάζει σκουπίδια, κλαριά, ψόφια ζώα, τα χρόνια που χάνονται. Θα ’θελα αυτό το ποτάμι να σταματήσει στο άκουσμα του αυλού που θα παίξει απόψε στο τραπέζι μου.
Γι’ αυτό σας κάλεσα, για ν’ αλλάξω τη ροή της ζωής σας, μ’ ένα αγκάλιασμα. Είχα πολλά να σας πω καθώς θα τρώγαμε, που ξέρω πώς θα ’καναν τα μάτια σας να λάμπουν. Γιατί προτιμάτε να είναι σβησμένα τα μάτια σας; Νομίζω δεν θα σας ξαναπαρακαλέσω ποτέ πια.
Αντίθετα θ’ ανοίξω τις πόρτες μου διάπλατες να μπει ο οποιοσδήποτε. Θα κατακλύσουν το σπίτι μου πλάσματα παράξενα και παραγνωρισμένα. Ίσως μάλιστα και πλάσματα που δεν είχα φανταστεί, γιατί έκανα το λάθος, εσάς να θεωρώ εκλεκτούς. Τώρα δεν περιμένω πια τίποτα από τους εκλεκτούς. Βλέπω τους άλλους να έρχονται. Το βλέμμα τους είναι τόσο κουρασμένο που ντρέπομαι. Σκέφτομαι πώς θα τους είχα στερήσει για χάρη σας το καλύτερο κρασί μου. Πώς ήμουν έτοιμος να ρίξω τα Άγια στα σκυλιά και τα μαργαριτάρια στους χοίρους.
Εκείνοι που έρχονται τώρα, δεν ζητάνε τίποτα. Τα μάτια τους κοιτάνε ταπεινά όλα όσα είναι απλωμένα πάνω στο τραπέζι και τα χέρια τους μένουν κρεμασμένα στα πλευρά τους.
Τούς παρακαλώ να καθίσουν και κάθονται. Όλοι κάθονται. Και τότε βλέπω πώς μένουν άδειες τόσες και τόσες θέσεις. Τρέχω στις τέσσερις γωνιές του ορίζοντα και φωνάζω: «υπάρχει κι άλλος χώρος. Ελάτε όλοι σας».
Και ξαφνικά εμφανίζονται μυριάδες, που είναι ένα με τις σκιές και πλησιάζουν δειλά και καταφθάνουν και συμπληρώνεται το τραπέζι μου και δεν λείπει κανένας.
Έξω από σας.
Εσάς που δεν θυμάμαι πια το πρόσωπό σας κι αισθάνομαι πώς ποτέ δεν σας γνώρισα.

Απόσπασμα από το βιβλίο της Ελεονώρας Σταθοπούλου «Εκείνος», που κυκλοφόρησε το 2006 από τις εκδόσεις «Οδός Πανός».

Η εικόνα από τον Ι. Ν. Αγ. Αθανασίου (της Μητρόπολης) πόλεως Ιωαννίνων.

«Ο Λάζαρος και το Σάββατο»


Του Άρη Δαβαράκη*

Ο Λάζαρος, ήτανε στενός φίλος του Ιησού, όπως και οι δυο αδερφές του, η Μάρθα και η Μαρία που τις συναντάμε συχνά στα Ευαγγέλια (Λουκάς ι’ 38-40, Ιωάννης ιβ΄2-3). Το σπίτι τους, σ’ ένα χωριό της Ιουδαίας, στην Βηθανία, δυο ρωμαϊκά μίλια από την Ιερουσαλήμ, στους πρόποδες του Όρους των Ελαιών, ήτανε και δικό του σπίτι –μπορούσε να φιλοξενηθεί εκεί και να χτυπήσει την πόρτα όποτε ήθελε. Ο Ιησούς ήταν στην Γαλιλαία όταν έμαθε πως ο φίλος του ήτανε πολύ βαριά άρρωστος. Περίμενε όμως, καθυστέρησε λέει η παράδοση επίτηδες δυο μέρες, μέχρι να πεθάνει ο φίλος του και μόνο τότε είπε στους μαθητές του «πάμε στην Ιουδαία, πρέπει να ξυπνήσω έναν φίλο που κοιμήθηκε», εννοώντας βέβαια «τον βαρύν του θανάτου ύπνον», όπως λέει το Μέγα Ωρολόγιον.

Όταν έφθασε στην Βηθανία ξεκίνησε προσπαθώντας να παρηγορήσει τις αδερφές του νεκρού, την Μάρθα και την Μαρία. Ο Λάζαρος ήταν ήδη θαμμένος μέσα σ’ ένα βράχο κάτω από μια βαριά πέτρα τέσσερις κιόλας μέρες. Ήταν όμως κι εκείνος, «κατά το ανθρώπινον», πολύ στεναχωρημένος, απαρηγόρητος σχεδόν για τον θάνατο του αγαπημένου του φίλου. Ρώτησε «που είναι το λείψανο» και όταν του δείξανε το ακριβές σημείο δάκρυσε. Μετά όμως πλησίασε και ζήτησε από τους μαθητές του να τραβήξουνε την πέτρα που σκέπαζε τον τάφο. Ο νεκρός είχε ήδη αρχίσει να αποσυντίθεται και μύριζε ήδη, τυλιγμένος στις γάζες και τα σάβανα που χρησιμοποιούσαν τότε για την ταφή των νεκρών. Ο Ιησούς ύψωσε το βλέμμα του ψηλά στον ουρανό και αφού ευχαρίστησε τον Θεό αλλά και Πατέρα του, φώναξε με δυνατή φωνή: «Λάζαρε δεύρο έξω», δηλαδή, πολύ απλά, «Λάζαρε βγες έξω».

Και ενώ ο ήδη επί τέσσερις μέρες θαμμένος νεκρός έβγαινε από τον τάφο τυλιγμένος στα σάβανα, είπε προς όσους ήταν εκεί γύρω «Βγάλτε του τα νεκρικά ρούχα και αφήστε τον να προχωρήσει μόνος του».
Αυτό ήτανε και το τελευταίο μεγάλο θαύμα πριν την είσοδό του στην Ιερουσαλήμ, όπου πήγαινε πια αποφασισμένος για όλα: Την επομένη, Κυριακή των Βαΐων, μπήκε στην πόλη, πήγε στον Ναό και τους τάκανε σμπαράλια τα «εμπορεύματα» μέσα στον ιερό χώρο. Και μια βδομάδα αργότερα, αφού πέθανε και εκείνος και κατέβηκε στον Άδη, αναστήθηκε - όπως ο Λάζαρος.
Η Παράδοση λέει ότι ο Λάζαρος ήταν 30 χρονών όταν τον ανέστησε ο Ιησούς και ότι έζησε άλλα 30 χρόνια και πέθανε, στην Κύπρο, το 63μ.Χ. Στον τάφο του, κοντά στην πόλη Κιτιέων, βρέθηκε η επιγραφή «Λάζαρος ο τετραήμερος και φίλος του Χριστού». Ο αυτοκράτορας Λέων ο Σοφός μετακόμισε το λείψανό του στην Κωνσταντινούπολη το 890.

*Ο Άρης Δαβαράκης είναι δημοσιογράφος και στιχουργός


Photo: Η Ανάσταση του Λαζάρου, John Reilly, 1962 (ριπολίνη).
 

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

«7 Παρακλήσεις»



Το 1985 κυκλοφόρησαν οι δισκογραφικές «7 Παρακλήσεις». Ο Σταμάτης Σπανουδάκης μελοποίησε -με το δικό του «τρόπο»- και η Ελένη Βιτάλη ερμήνευσε κείμενα από την υμνογραφία, κυρίως, της Μεγάλης Εβδομάδας. Τα ερμήνευσε μοναδικά και συγκινητικά, με καθαρότητα και κατάνυξη:

1.
Μυστικός Δείπνος
2.
Τον δι’ υμάς Σταυρωθέντα
3.
Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον
4.
Εξελού με Κύριε
5.
Ανυμνούμεν Λόγε
6.
Ει Αληθώς
7.
Κλίνον Κύριε το ους Σου
8. Απόηχος
9.
Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον

Γράφει ο Σταμάτης Σπανουδάκης:
«Οι 7 Παρακλήσεις είναι ένας πολύ προσωπικός δίσκος… Ο λόγος για τον οποίον μελοποίησα αυτά τα κείμενα δεν είναι επειδή με συγκινούν σα λογοτεχνικά κείμενα ούτε ότι σκοπεύω να κάνω κάποια πρόταση για σημερινή εκκλησιαστική μουσική. Απλώς, δεν μπορούσα να βρω καλύτερα λόγια για να εκφράσω την αγάπη μου στο Χριστό από αυτά των ψαλμωδών…».

«Ο Μικρός Επιτάφιος»


Το Μάρτιο του 1992 κυκλοφόρησε «Ο Μικρός Επιτάφιος», ένα έργο του γνωστού συγγραφέα Γιώργου Μανιώτη σε μουσική Σταμάτη Κραουνάκη.
Στο δίσκο συμμετείχε η Δήμητρα Γαλάνη και στα αφηγηματικά μέρη η ηθοποιός Βέρα Ζαβιτσιάνου. Το εξώφυλλο του δίσκου ανήκει στο ζωγράφο Αλέκο Φασιανό.

«ΕΙΝΑΙ η Αγάπη»



«Ποτέ δεν αγάπησα, δεν ταυτίστηκα, δεν ενστερνίστηκα το προπατορικό αμάρτημα και τις ζωγραφιστές του εικόνες. Το πριν και το μετά του. Ένας Αδάμ και μια Εύα πρώτα αθώοι κι αδαείς μέσ’ στον Παράδεισο, μετά φριχτοί κι άθλιοι, ντυμένοι με τη γύμνια τους και το σκοτάδι της δαγκωνιάς της γνώσης, να πορεύονται στο πουθενά της Πλάσης.
Με πόνους να γεννήσεις τα παιδιά σου. Υπάρχει άραγε κι άλλος τρόπος;
Με το αίμα σου και τον ιδρώτα σου να καλλιεργήσεις τη γη. Δηλαδή πως αλλιώς να δαμάσεις αυτό που σε ξεπερνάει, το ανερμήνευτο. Για μένα, Παράδεισος και άγνοια δεν πάνε μαζί. Το φως έχει βαρύτητα κι αξία μονάχα σε συνδυασμό με το σκοτάδι. Όλα είναι διπλά. Το καλό και το κακό, η ζωή κι ο θάνατος, η ζωή που δεν είναι ζωή κι ο θάνατος που δεν είναι θάνατος.
Το παραμύθι του Θεού του τιμωρού μόνο αποστροφή κι από γνώση γεννούσε στην ψυχή μου.
Αυτή η οριστικά κομμένη γραμμή της επικοινωνίας και της συνάντησης θνητού και Αιώνιου, μ’ όλο το λάθος στην πλάτη του ανθρώπου φορτωμένο, αυτό το δείγμα ζευγαριού που μ’ ένα φίδι ατέλειωτα θα γεύεται την πτώση, ήταν πολύ βαριά Διαθήκη κι ανελέητη. Πολλά χρόνια μετά, πολύ πρόσφατα τώρα,
με δεδομένη εμπειρικά την ορθόδοξη πίστη μου, ξαναγυρίζω στις πηγές να καταλάβω και να μετα-λάβω της Ευ-αγγελία, το χαρμόσυνο μήνυμα που έφερε στον άνθρωπο ο Χριστός, στα λόγια και στο βίο του.
Για την ανύψωση του κόσμου στο Ανάστημά Του, την Ανάσταση της Αληθείας
την τρίτην ημέραν κατά τας γραφάς, την ένθεή μας φύση.
Καινή η Διαθήκη, με καινούργια μάτια κι εμείς να τη διαβάσουμε. Στα μάτια της Μαγδαληνής είδα τα δάκρυά μου. Θες πόρνη, θες ελεύθερη, γι’ άλλους δαιμονισμένη. Μα πάνω απ’ όλα ανθρώπινη, που ανύψωσε την Εύα. Σημείο αναφοράς πολύτιμο κι αναίτια για όλους μας κρυμμένο.
Το μεγαλείο της γυναίκας που βυθίστηκε στη φύση της, για ν’ ανεβεί απ’ το μηδέν και να βρει το Ένα. Όχι που τη διαλέξανε, μα διάλεξε εκείνη το τι και ποιον περίμενε να βρει και να πιστέψει.
Δαίμονες είναι οι αισθήσεις. Πέντε τον αριθμό. Δαίμονας η επιθυμία. Δαίμονας και η οργή της γνώσης. Το σύνολο επτά.
Δεν τους παλεύεις με τα όχι και τα μη. Μονάχα με το είμαι. Είμαι κομμάτι από την ύλη αυτού του κόσμου. Είμαι το χάος και το φως, είμαι εσύ, είμαι ο Λόγος, είμαι η Άνοιξη κι ΕΙΝΑΙ η Αγάπη.
Την είδε η Μαγδαληνή τη Σταύρωσή Του δίπλα στην Παναγία Μητέρα Του, άντεξε τη ζωή μετά το θάνατό Του. Έτρεξε άφοβα στον τάφο του κι είδε αγγέλους που της είπαν την Ανάσταση. Κι όταν της φανερώθηκε με το λεπτό Του σώμα, σ’ αυτήν τα πρόσφερε τα τελευταία λόγια Του, και το ποτέ ξανά στο αντάμωμά τους, μέχρι το τότε μιας αλλιώτικης συνάντησης».

Λίνα Νικολακοπούλου
(«Ελευθεροτυπία» στις 23 Απριλίου 1995)

Κικής Δημουλά: «Του Λαζάρου»


Νεφοσκεπές ψιλόβροχο ημέρας.
Κάτι μωραί καμπάνες πιτσιλάνε
τον ύπνο του Λαζάρου να εξέλθει.
Καλά στοκαρισμένο το φως γύρω γύρω.

Είχα και γω να δεύρο κάποιους έξω
μα δε μου αποκρίθηκαν αν θέλουν.

Πως ν’ αποκριθούν
με ωτακουστή που άφησες καλά στοκαρισμένο
το φως γύρω γύρω.

Κι έπειτα γιατί τους ρωτάς αν θέλουν.
Το θαύμα δε ρωτάει.
Σ’ αρπάζει από το αυτί και
σέρνοντας σε πετάει στο φως.
Χαίρεσαι βέβαια με την έκλαμψη, δεν αντιλέγω
αλλά σε τρώει από μέσα σκουλήκι η αγωνία
μην είναι και τα θαύματα θνητά.

Άστους λοιπόν καλύτερα εκεί
μην έχωμεν να άρωμεν για δεύτερη φορά
κενόν τον κράββατόν τους.

Το ποίημα «Του Λαζάρου», είναι από την ποιητική συλλογή της Κικής Δημουλά «Ενός λεπτού μαζί», εκδόσεις «Ίκαρος», 1998.

Σάββατο, 9 Απριλίου 2011

Μεγάλη Εβδομάδα «εις Κοπάνους»…


Στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου («εις Κοπάνους»), σύμφωνα με το πρόγραμμα της Ιεράς Μητροπόλεως Ιωαννίνων, η ακολουθία του «Νυμφίου» (Κυριακή Βαΐων, Μ. Δευτέρα & Μ. Τρίτη εσπέρας) αρχίζει στις 19.30 μ. μ. Το μυστήριο του Ευχελαίου (Μ. Τετάρτη) στις 18.00 μ. μ. και η ακολουθία των Αγίων Παθών (Μ. Πέμπτη) στις 19.00 μ. μ.

Οι Λειτουργίες των Προηγιασμένων Δώρων (Μ. Δευτέρα, Μ. Τρίτη & Μ. Τετάρτη), καθώς και η Θεία Λειτουργία του Μ. Βασιλείου (Μ. Πέμπτη & Μ. Σάββατο) αρχίζουν στις 7 το πρωί.

Τη Μ. Παρασκευή, η ακολουθία των Μεγάλων Ωρών ξεκινά στις 8 το πρωί, ακολουθεί ο Εσπερινός στις 10.00 και η Αποκαθήλωση στις 11.00. Ο «Επιτάφιος θρήνος» (Όρθρος Μεγάλου Σαββάτου) αρχίζει στις 19.30 μ. μ. και, ακολούθως, γύρω στις 21.30, γίνεται η περιφορά του Επιταφίου εντός του Κοιμητηρίου του Ναού.

Το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, τα Προκαταρκτικά του Μεσονυκτίου της Αναστάσεως αρχίζουν στις 23.00. Ακριβώς τα μεσάνυχτα, η τελετή της Αναστάσεως λαμβάνει χώρα στην πέτρινη εξέδρα στον κήπο του Ναού και ακολούθως ο Όρθρος και η Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου διαρκούν το αργότερο ως τις δύο μετά τα μεσάνυχτα.

Στην πόλη των Ιωαννίνων, ο Μέγας Εσπερινός του Πάσχα τελείται στο Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Αθανασίου, «εν Μονοεκκλησία», στις 10:00 το πρωί της Κυριακής του Πάσχα.

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

«Δεκαπέντε Εσπερινοί»


Οι «Δεκαπέντε Εσπερινοί» κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά το Δεκέμβριο του 1964. Το 1998 συμπεριλήφθηκε σε μια κασετίνα, που περιείχε, σε νέα ηχητική επεξεργασία, τέσσερα, ακόμη, έργα του Μάνου Χατζιδάκι: «Το χαμόγελο της Τζοκόντας», «Ο σκληρός Απρίλης του ’45», οι «Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη» και «Η Άλλη αγορά», όπου ο Νίκος Κηπουργός διασκεύασε μελωδίες του συνθέτη.


Τα μουσικά μέρη του δίσκου: 1. Τα παιδιά του Πειραιά 2. Έγινε παρεξήγηση 3. Νυχτερινός περίπατος 4. Κυρ – Μιχάλης 5. Κάθε κήπος έχει (Οδός Ονείρων) 6. Το πάρτυ 7. Η τιμωρία 8. Υμηττός 9. Το φεγγάρι είναι κόκκινο 10. Ευρυδίκη 11. Κυρ – Αντώνης 12. Φέρτε μου ένα μαντολίνο 13. Ο ταχυδρόμος πέθανε 14. Η πέτρα 15. Το τριαντάφυλλο.


Ο Μάνος Χατζιδάκις σημειώνει για τους «Δεκαπέντε Εσπερινούς»:

«Εσπερινός, σημαίνει ευλάβεια Ήλιου, καθώς γυρίζει ευαίσθητος μέσα στην πόλη, γεμάτος από τις αναμνήσεις των ετών, που τέλος γέρνει στο πλάι ν’ αποκοιμηθεί, αφήνοντας τριγύρω του ηχώ φωτός, αποκαλυπτικές διαθέσεις και μια λεπτότατη ευωδιά αγάπης. Με «Δεκαπέντε Εσπερινούς» συλλέγω την σκορπισμένη ευαισθησία μου και σας την παραδίδω έτσι όπως γεννήθηκε, στ’ αληθινό της βάθρο, εκεί που οι έμποροι δε θα μπορούν να της χαλάν την όψη».


Οι «Δεκαπέντε Εσπερινοί» αποτελούν την ορχηστρική παρουσίαση γνωστών τραγουδιών του Μάνου Χατζιδάκι από τον κινηματογράφο και το θέατρο. Μουσικές από το φιλμ «Ποτέ την Κυριακή» (1, 2, 3), από τη θεατρική «Οδό Ονείρων» (4, 5, 6), από την ταινία «Η Λίζα το ’σκασε» (8), από τη «Στέλλα» (9), από το θεατρικό έργο «Ευρυδίκη» (10), από το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» (12, 13, 14), από τη «Δόνα Ροζίτα» (15), καθώς και δύο τραγούδια από το δεύτερο και το τρίτο Φεστιβάλ Τραγουδιού (7, 11). Το εξώφυλλο του δίσκου είναι έργο του Γιάννη Τσαρούχη.

«Χαιρετισμοί»


Οι «Χαιρετισμοί» του Μίκη Θεοδωράκη στην «Ιδιωτική Οδό»...


Διαβάστε σχετικά εδώ:

Πέμπτη, 7 Απριλίου 2011

«Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε...»



Ο Ακάθιστος Ύμνος «εις Κοπάνους»...

Παρασκευή 8 Απριλίου, ώρα 19.00

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Mαρία η Aιγυπτία


Aύτη η Oσία ήτον από την Aίγυπτον, ήτοι το νυν λεγόμενον Mισήρι, κατά τους χρόνους του μεγάλου Iουστινιανού, εν έτει φκ΄ [520], ζήσασα δε πρότερον με ακολασίαν, και προσκαλούσα εις όλεθρον ψυχικόν πολλούς ανθρώπους διά της αισχράς ηδονής. Παιδιόθεν γαρ εκρημνίσθη εις τας πονηράς πράξεις της σαρκός και έμεινεν εις αυτάς. Oύτω λέγω ζήσασα πρότερον χρόνους δεκαεπτά, ύστερον έδωκε τον εαυτόν της η μακαρία εις άσκησιν και αρετήν. Kαι τόσον πολλά υψώθη διά μέσου της απαθείας, ώστε οπού επεριπάτει επάνω εις τα νερά και τους ποταμούς, χωρίς να καταβυθίζεται. Kαι όταν επροσηύχετο, εσηκόνετο από την γην υψηλά, και εστέκετο εις τον αέρα μετέωρος. H δε αιτία της μεταβολής αυτής και μετανοίας εστάθη τοιαύτη. Kατά την δεκάτην τετάρτην του Σεπτεμβρίου μηνός, όταν εν Iερουσαλήμ εγίνετο η ύψωσις του τιμίου ξύλου του ζωοποιού Σταυρού, πολλοί Xριστιανοί εσύντρεχον από κάθε μέρος, και επήγαιναν εις τα Iεροσόλυμα, διά να ιδούν το τίμιον ξύλον του Σταυρού. Tότε και η Oσία αύτη επήγεν εκεί, ομού με ακολάστους και ασελγείς νέους. Πηγαίνουσα δε εκεί και ζητούσα να έμβη εις τον Nαόν της Aγίας Aναστάσεως, διά να ιδή τον ζωοποιόν Σταυρόν, εμποδίζετο αοράτως, και δεν εδύνετο μήτε να έμβη, μήτε να ιδή. Όθεν έβαλε την κυρίαν Θεοτόκον εγγυήτριαν, ότι εάν αφεθή να έμβη και να ιδή τον Σταυρόν του Kυρίου, να φυλάξη σωφροσύνην εις το εξής, και άλλην φοράν να μη μολύνη το σώμα της με επιθυμίας και ηδονάς. Όθεν επιτυχούσα του ποθουμένου, δεν εψεύσθη εις την υπόσχεσιν οπού έκαμεν, αλλά περάσασα τον Iορδάνην ποταμόν, επήγεν εις την έρημον, και εκεί έζησεν η τρισολβία χρόνους τεσσαρακονταεπτά, χωρίς να ιδή άνθρωπον, μόνον δε τον Θεόν είχε θεατήν της. Kαι τόσον ηγωνίσθη, ώστε οπού ανέβη μεν, επάνω από την ανθρωπίνην φύσιν, απόκτησε δε μίαν ζωήν επί γης, αγγελικήν τε και υπέρ άνθρωπον, και ούτως εν ειρήνη απήλθε προς Kύριον. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτής συνέγραψε μεν ελληνιστί ο Iεροσολύμων Σωφρόνιος, ου η αρχή· «Mυστήριον Bασιλέως κρύπτειν, καλόν, τα δε έργα του Θεού ανακηρύττειν, ένδοξον». Mετέφρασε δε εις το απλούν, ο πεζογράφος Δαμασκηνός.)


(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)