ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ("ΕΙΣ ΚΟΠΑΝΟΥΣ")

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ("ΕΙΣ ΚΟΠΑΝΟΥΣ")
ΤΟ BLOG ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ («ΕΙΣ ΚΟΠΆΝΟΥΣ») ΠΟΛΕΩΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

«Αγίασον...»

Κύριε
σου έφερα το πρόσφορο
ζεστή ακόμα η σάρξ με σφραγίδα
εδώ το χαρτονόμισμα να δώσεις κάτι στο κερί
που σου διαβάζει οδυρμούς εν περιλήψει
κι εδώ είναι το χαρτί με των ψυχών τα ονόματα.
Όσα μπορείς αγίασον...

Από το ποίημα της Κικής Δημουλά «Κωνσταντίνου και Ελένης»...
Στην ποιητική της συλλογή «Η εφηβεία της λήθης», 1994...

Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

«Έναν άλλο τρόπο...»

«Θα έλεγα λοιπόν, χωρίς κανέναν ενδοιασμό, ότι σ’ ένα κόσμο που αναζητά εναγώνια την ασφάλεια και την μονιμότητα, ο Χριστός χρόνια πολλά πριν τον Ilya Prigogine, τον εισηγητή του επιστημονικού τέλους της βεβαιότητας, φέρνει και αποκαλύπτει ως μόνη αλήθεια ένα άλλο ήθος, “Έναν άλλο τρόπο”, αυτόν της ανασφάλειας και της αβεβαιότητας. Τον ανοιχτό δρόμο μιας μόνιμης σχοινοβασίας, μιας ταπεινής ασκητικής, που αποκαλύπτει την αγιότητα ως “μέτρον σεσαλευμένον και υπερεκχυνόμενον...”. Τον περίπατον “παρα θιν’ αλός” εκεί όπου “το θαλασσινό αεράκι” επέτρεπε στο νέο της διήγησης του “κυρ Νίκου,” να έχει κάποια, έστω αμυδρά αντίληψη της στολής, που βαπτισθείς εν Χριστώ ντύθηκε χάρισμα, ώστε να παρηγοριέται πως δεν τριγυρνά εντελώς εν τω κόσμω κατάγυμνος. Αυτό κιόλας ήταν μια απαρχή βεβαιότητας, ότι μπορεί να ελπίζει, παρά τη βαθιά εισχώρηση στη σάρκα του του θανάτου…».

Από το βιβλίο του Χρυσόστομου Σταμούλη «Ώσπερ ξένος και αλήτης ή Σάρκωση: η μετανάστευση της αγάπης», εκδ. «Ακρίτας».

Στον πρόλογο του βιβλίου ο Μητροπολίτης Νιγηρίας Αλέξανδρος αναφέρει:
«Μια σημαντική προσέγγιση του φαινομένου της "μετανάστευσης" με θεολογικά κριτήρια, από έναν νέο θεολόγο και ευαισθητοποιημένο άνθρωπο που δίνει την δικό του αγώνα στα έδρανα της ακαδημαϊκής Θεολογίας.
Το κείμενο αυτό είναι μια κραυγή αγωνίας, μια προσπάθεια αφύπνισης της κατ’ αυτάς υπνώττουσας χριστιανικής, ορθόδοξης, συνείδησης μας. Για να μην είναι οι χριστιανοί εκείνοι που δεν σέβονται την αξιοπρέπεια και την ελευθερία του άλλου, αλλά εκείνοι που εγείρονται από τους τάφους της κοινωνικής αδικίας, εκείνοι που βλέπουν τους ανθρώπους αναστάσιμα, δηλαδή ως ευκαιρία και όχι ως απειλή, ως συνοδοιπόρους, και όχι ως αντιπάλους, ως συντρόφους και όχι ως εχθρούς».

«Η κρίση του Θεού και η συγχώρηση των ανθρώπων»ν

Σήμερα, οδεύοντας προς τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, φθάνουμε στο τελικό στάδιο: ερχόμαστε αντιμέτωποι με την Κρίση. Αν της δώσουμε την πρέπουσα προσοχή, την επόμενη εβδομάδα, ο πνευματικός μας προορισμός θα είναι στο χέρι μας: η επόμενη Κυριακή είναι η μέρα της συγχώρησης...
Θα κριθούμε στη ζυγαριά του Θεού και η ζυγαριά του Θεού είναι η αγάπη: όχι η αγάπη που νιώσαμε, όχι η συναισθηματική αγάπη, αλλά η αγάπη που ζήσαμε και εκπληρώσαμε, η βιωμένη αγάπη...

Anthony Bloom,
«Στο φως της κρίσης του Θεού»
(Πορεία από το Τριώδιο στην Ανάσταση)

«Διαρκώς σκέφτομαι τον θάνατο…»

«Ο θάνατος αποκαλύπτει -πρέπει ν’ αποκαλύπτει- το νόημα όχι του θανάτου, αλλά της ζωής. Η ζωή δεν πρέπει να είναι μια προετοιμασία για τον θάνατο, αλλά μια νίκη επί του θανάτου, έτσι ώστε ο θάνατος να γίνεται θρίαμβος της ζωής, εν Χριστώ. Διδάσκουμε για τη ζωή χωρίς να την αναφέρουμε στον θάνατο, και για τον θάνατο, σαν να είναι κάτι το άσχετο προς τη ζωή. Ο Χριστιανισμός, όταν βλέπει τη ζωή μόνο ως μια προετοιμασία για τον θάνατο, κάνει τη ζωή δίχως σημασία και υποβαθμίζει τον θάνατο σ’ έναν «άλλο κόσμο», που δεν υπάρχει, επειδή ο Θεός δημιούργησε μόνο έναν κόσμο, μια ζωή. Κάνει τον Χριστιανισμό και τον θάνατο να χάνουν τη σημασία τους ως νίκη. Δεν λύνει το πρόβλημα της νεύρωσης του θανάτου. Το ενδιαφέρον μας για τη μοίρα των νεκρών πέρα από τον τάφο, καθιστά τη χριστιανική εσχατολογία δίχως νόημα. Η Εκκλησία δεν εύχεται για τους νεκρούς. Είναι (πρέπει να είναι) η συνεχής Ανάστασή τους, επειδή η Εκκλησία είναι η ζωή μέσα στον θάνατο, η νίκη επί του θανάτου, η καθολική Ανάσταση...

Διαρκώς σκέφτομαι τον θάνατο… Ο τρόμος, η φρίκη του θανάτου είναι από τα πιο δυνατά αισθήματα που υπάρχουν: θλίψη για την εγκατάλειψη αυτού του κόσμου, «του ευγενικού βασιλείου αυτής της γης». Αλλά τι γίνεται αν «αυτό το ευγενικό βασίλειο», αυτός ο ανοιχτός ουρανός, αυτοί οι λόφοι και τα δάση, τα πλημμυρισμένα από ήλιο, αυτή η σιωπηλή μελωδία των χρωμάτων, της ομορφιάς, του φωτός, τι γίνεται αν όλα αυτά δεν είναι τελικά παρά η αποκάλυψη αυτού που βρίσκεται πίσω από τον θάνατο: ένα παράθυρο προς την αιωνιότητα; Μάλιστα, αλλά τι γίνεται όταν αυτή η μοναδική, γκριζωπή ημέρα, τα φώτα που ξαφνικά ανάβουν στο σουρούπωμα, και όλα όσα η καρδιά θυμάται τόσο έντονα, δεν υπάρχουν πλέον, δεν μπορούν να επιστρέψουν;... Αλλά η καρδιά θυμάται, επειδή ακριβώς αυτή η γκρίζα μέρα μάς έχει δείξει την αιωνιότητα. Δεν θα θυμάμαι αυτή τη συγκεκριμένη μέρα στην αιωνιότητα, αλλά αυτή η μέρα υπήρξε μια βίαιη είσοδος στην αιωνιότητα, ένα είδος ανάμνησης της αιωνιότητας του Θεού, της αιώνιας ζωής.
Όλα αυτά έχουν ειπωθεί χιλιάδες φορές. Όταν όμως φθάνουν στην καρδιά και γίνονται μια ζωντανή εμπειρία... τότε αναρωτιόμαστε από που, γιατί; Μια τέτοια ειρήνη, μια τέτοια χαρά, μια τέτοια διάλυση του φόβου, της θλίψης, της κατάθλιψης, γεμίζει την καρδιά. Μια μόνο επιθυμία παραμένει: να μπορέσεις να κουβαλήσεις αυτό το αίσθημα δίχως να το χύσεις, να μην το αφήσεις να στεγνώσει ή να χάσει το άρωμά του μέσα στην καθημερινή ανακατωσούρα. Μόλις τότε αρχίζουμε ν’ ακούμε (αλλά μόνο, μόλις) το «εμοί γαρ το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος» (Φιλιππησίους 1,21). Πως πρέπει λοιπόν να ζούμε; Να συνάζουμε τη ζωή για την αιωνιότητα, που σημαίνει να ζούμε τη ζωή σαν να είναι αιώνια. Να σπείρουμε φθαρτά αγαθά έτσι, ώστε «μετά» να εγερθούν άφθαρτα...

(Από το «Ημερολόγιο» του π. Αλέξανδρου Σμέμαν)

«Για τις ψυχές...»

Του Μάνου Στεφανίδη

…Τη θυμάμαι ν’ ανάβει το κερί και το θυμιατό, να βράζει στάρι και να ξεφλουδίζει ρόδια κι αμύγδαλα. Έπειτα ετοίμαζε το πιάτο και το ακουμπούσε κεντρικά στο τραπέζι. «Είναι για τις ψυχές», μας έλεγε. Τίποτε το μακάβριο σ’ όλα αυτά αλλά αόριστη μια γλύκα που έδενε με τον δριμύ αέρα της πιο ανυπόμονης άνοιξης και μ’ έναν ήλιο - βασιλιά που βασίλευε χωρίς να πάψει ούτε στιγμή να βασιλεύει. Ποιες ήταν οι ψυχές; Πού ήταν; Δεν ξέραμε. Απλώς τη χαζεύαμε που θυμιάτιζε τις κρεμασμένες φωτογραφίες στο σαλόνι. Είχαμε, βλέπεις, έτσι την ευκαιρία να τρυπώνουμε σ’ αυτό το διαρκώς κλειστό και κρύο δωμάτιο που το λειτουργούσαμε μόνο στις γιορτές. Εξ’ ου και το μεταφορικό του όνομα «Σιβηρία». Έπειτα, σαν να γαλήνευε, καθόταν να μπαλώσει ένα ρούχο ή να σιδερώσει, ενώ το πρόσωπό της χαραζόταν από μια ακτίδα του ήλιου. Ο φεγγίτης ήταν ακριβώς από πάνω της. Κι εμείς χαζεύαμε τις άπειρες σκόνες που χόρευαν και στροβιλίζονταν μέσα στο πεδίο του φωτός. Να ’ταν αυτές οι ψυχές; Και να ’ρχονταν έτσι πρόθυμα σαν αστραφτερά τίποτε, απλώς για να της στεφανώσουν το κεφάλι; Ο πατέρας της, η μητέρα της, τ’ αδέλφια της, οι φίλοι της που δεν ζούσαν, αλλά που υπήρχαν στην καθημερινή της ομιλία σαν παραμύθι, σαν παρηγορία. Αβίαστα, λες και τους μιλούσε. Σαν να ήταν μόλις χθες η αναχώρησή τους…

«Ένας οριακός τόπος...»

«Αχ! Το κοιμητήριο του Αγίου Νικολάου, σαν λίμνη, με νούφαρα τους καλοπλυμένους άσπρους τάφους. Να κλαιν οι ζωντανοί τους πεθαμένους, με πρόσωπα λευκά σαν πάγο, κι οι πεθαμένοι από ψηλά, πάνω στα δέντρα, πάνω σε μικρές περισπωμένες του αέρα, ευτυχείς, διάφανοι, αλμυροί από των άλλων τα δάκρυα, με θερμοκρασία απαλή σαν τη ματιά τους…
Ένας οριακός τόπος, όπου το παρελθόν και το παρόν των ανθρώπων αναμετρούν κάθε βράδυ, την ώρα που κλείνει η μεγάλη σιδερένια πόρτα, το μυθικό τους περιεχόμενο».

Άννα Δερέκα,
«Η Μεγάλη Τοιχογραφία στο κοιμητήριο του Αγίου Νικολάου».

(Από το βιβλίο «Στάσις Άγιος Νικόλαος»)

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Η αρχιτεκτονική κληρονομιά στην Ελλάδα: Τα Μνημεία γίνονται Μνήματα

Γράφει ο π. Φιλόθεος Δέδες*,
Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Ιωαννίνων

Στη χώρα μας ο Νόμος περί Αρχαιοτήτων θεσπίστηκε το 1932, όμως η προστασία περιορίζεται στο χαρακτηρισμό και την κήρυξη, του αισθητικά κυρίως διατηρητέου.

Το θεσμικό πλαίσιο δεν είναι ρεαλιστικό, ώστε η διατήρηση του αρχιτεκτονικού μας πλούτου να μη θεωρείται ασύμβατη με τις ανάγκες των πολιτών. Η πολιτεία δεν διατυπώνει σύγχρονες προτάσεις για την επανάχρηση και τη θέσπιση κινήτρων για την αποκατάσταση.

Τα διατάγματα, οι κανόνες, οι μορφολογικές επιταγές των ειδικών, οι απαγορεύσεις και γενικότερα η ποινικοποίηση της προστασίας οδηγούν σε αρνητικά φαινόμενα διαπλοκής, συναλλαγής και υπόθαλψης.

Οι παρωχημένες αντιλήψεις περί επιβολής χρήσεων και μουσειοποίησης των ιστορικών μνημείων και τοποθεσιών, αναστέλλουν κοινωνικές ισορροπίες και μηχανισμούς αυτοπροστασίας, που θα ήταν περισσότερο αποδοτικοί από κάθε απαγόρευση.

Το αποτέλεσμα είναι ότι παρά το χαρακτηρισμό τους, σύνολα παρακμάζουν και κτίρια καταρρέουν.

Τα μνημεία μετατρέπονται σε μνήματα και η διαχείριση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς είναι πολλές φορές στο έλεος εκείνων που:

· κατέχουν την ευαισθησία μέσα από την εξουσία,
· αντιγράφουν χωρίς να ξέρουν να διαβάζουν,
· απαγορεύουν χωρίς να εξηγούν,
· επιβάλλουν χωρίς να ευαισθητοποιούν,
· αντιλαμβάνονται την προστασία σαν ομηρία

Η προστασία και διατήρηση της αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς θα εξασφαλιστεί μόνο μέσα από την σωστή ενημέρωση και τη διαρκή πληροφόρηση για μια παρακαταθήκη που έχει ρίζες και πρέπει να έχει και διάρκεια.

(Πηγή: aixmi.gr)


*Ο Αρχιμανδρίτης π. Φιλόθεος Δέδες είναι Διευθυντής Ναοδομίας της Ε.Κ.Υ.Ο. της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

Επιστροφή από την εξορία (Κυριακή του Ασώτου)

«…Είναι πολύ εύκολο να εξομολογηθώ ότι δεν νήστεψα τις καθορισμένες για νηστεία μέρες, ή ότι παράλειψα την προσευχή μου ή ότι θύμωσα.
Αλλά είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα να παραδεχτώ ξαφνικά ότι έχω αμαυρώσει και έχω χάσει την πνευματική μου ομορφιά, ότι είμαι πολύ μακριά από το πραγματικό μου σπίτι, την αληθινή ζωή και ότι κάτι πολύτιμο και αγνό και όμορφο έχει ανέλπιστα καταστραφεί στη δομή της ύπαρξής μου. Παρ’ όλα αυτά όμως, αυτό και μόνο αυτό, είναι μετάνοια και, επί πλέον, είναι μια βαθιά επιθυμία επιστροφής, επιθυμία να γυρίσω πίσω, να αποκτήσω ξανά το χαμένο σπίτι…».

(Από το βιβλίο του π. Αλέξανδρου Σμέμαν «Μεγάλη Σαρακοστή - Πορεία προς το Πάσχα» των εκδόσεων «Ακρίτας»).

Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

«Tο μεγαλείο της υιότητας»

Η περιγραφή του Ευαγγελίου είναι λιτή και σε τόνους χαμηλούς: Ο υιός απορρίπτει άσπλαχνα τον πατέρα του και προετοιμάζει την αναχώρησή του στη μακρινή χώρα…

Ο νεαρός φεύγει. Φεύγει για την ξένη χώρα που δεν ανήκει στον Θεό, που έχει απορρίψει τον Θεό, τον έχει αποκηρύξει, μια χώρα που δεν έχει χώρο γι’ Αυτόν. Και ζει σύμφωνα με την επιθυμία της καρδιάς του. Μέχρι που έρχεται η πείνα…

Από μακριά, ο Πατέρας τον βλέπει να έρχεται. Δεν περιμένει αξιοπρεπώς να έρθει εκείνος να πέσει στα πόδια του και να παραδεχτεί το λάθος του. Τρέχει ο ίδιος προς αυτόν και τον αγκαλιάζει… Απαιτεί από αυτόν, όπως και ο Θεός απαιτεί από μας, να γνωρίζουμε και να ανεβαίνουμε στο επίπεδο της ανθρώπινης μεγαλοσύνης μας: τα παιδιά του Ζωντανού Θεού καλούνται να γίνονται θείας φύσεως κοινωνοί…

Να λοιπόν τι μας λέει η παραβολή, να τι πρέπει να σκεφτούμε: Πεινάμε αρκετά ώστε να συνειδητοποιήσουμε ότι πρέπει να επιστρέψουμε στο σπίτι μας, σ’ Εκείνον που Μόνος μας αγαπά και ο Οποίος, παρότι μας βλέπει πεσμένους, εξακολουθεί να απαιτεί από μας το μεγαλείο της υιότητας…

Anthony Bloom,
«Στο φως της κρίσης του Θεού»
(Πορεία από το Τριώδιο στην Ανάσταση)

Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

«Ο κρότος του ντενεκέ και η μελωδία της αγιότητος»

Του π. Παύλου Α. Βαταβάλη,
(Θεολόγου - Γραμματέως της Ιεράς Μητροπόλεως Ιωαννίνων)

«Ὁ κρότος τοῦ ντενεκὲ καὶ ἡ μελῳδία τῆς ἁγιότητος» εἶναι μιὰ βαρβαρότητα ἐκμοντερνισμοῦ τοῦ Ἀποστολικοῦ χωρίου «Ἐὰν ταῖς γλώσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἤ κύμβαλον ἀλαλάζον». Ἐνδεχομένως ὁ κρότος τοῦ τίτλου νὰ ἀποκαλύπτει καὶ γιὰ τὸν ὁμιλητὴ τὸ ἴδιο ἀκριβῶς γιὰ τὸ ὁποῖο θέλει νὰ μιλήσει, τὴν ἀπουσία δηλαδὴ τῆς ἀγάπης μέσα του, τὸ θορυβῶδες τοῦ τίτλου του ποὺ τὸν κάνει νὰ ἀλαλάζει ἐκκωφαντικὰ ὡς ντενεκές.
Τὸ σίγουρο εἶναι ὅτι ἂν μπορούσαμε νὰ σταθοῦμε γιὰ μιὰ στιγμὴ ἔξω ἀπὸ τὰ σταθερὰ πλαίσια τοῦ τόπου καὶ τοῦ χρόνου, καὶ νὰ ἀποξενωθοῦμε μόνο γιὰ λίγο ἀπὸ τὸν φρενήρη ρυθμὸ τῆς ζωῆς μας, καὶ κάνουμε τὸν κόπο νὰ ἀντικρύσουμε τὸν ἑαυτό μας, τὴ ζωή μας, φοβοῦμαι πὼς πολλοὶ θὰ σταθοῦμε στὴν ἴδια πλευρά, ἑνὸς ντενεκέ, ἄψυχου καὶ θορυβώδους.
Μοῦ δόθηκε πρὸς ἀνάπτυξη τὸ θέμα τῆς ἀγάπης. Καὶ εἶναι βέβαιο πὼς ἔχω καὶ ἔχετε ἀκούσει πολλὲς καὶ πολὺ καλύτερες ἐμβανθύνσεις. Ἂν θὰ ἀποτολμοῦσα κάτι θὰ προσέθετα τὸ ἑξῆς: Στὸ συγκεκριμένο χωρίο ὁ Ἀπόστολος χρησιμοποιεῖ, καὶ πιστεύω ὄχι τυχαῖα, τὸ ρῆμα «ἔχω», ὅταν ὁμιλεῖ γιὰ τὴν ἀγάπη.
Λέγει ὁ Ἀπόστολος: «Ἐὰν… ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω». Χρησιμοποιεῖ ἕνα ρῆμα κτητικό, ποὺ φανερώνει κατοχή. Τὸ «ἀγάπην ἔχω» δὲν εἶναι δηλωτικὸ μιᾶς ἁπλῆς ἐκδήλωσης συναισθημάτων. Ἡ ἀγάπη ποὺ πρεσβεύει ὁ Ἀπόστολος δὲν μπορεῖ νὰ ἐκδηλώνεται τυχαῖα ἢ περιστασιακά. Ὄταν ἔχεις τὴν ἀγάπη μέσα σου δὲν μπορεῖς νὰ ἀγαπᾶς δέκα ἀνθρώπους καὶ ἄλλους δέκα νὰ μισεῖς ἢ γιὰ ἄλλους δέκα νὰ αδιαφορεῖς. Ἢ ἔχεις ἀγάπη γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, γιὰ ὅλη τὴ δημιουργία, γιὰ ὅλη τὴ κτίση ἢ δὲν ἔχεις καὶ ἀπλᾶ κροτεῖς διαφορετικά, ἀνάλογα μὲ τὸ ποιὸς θὰ ἔρθει σὲ ἐπαφὴ μαζί σου.
Κάποτε τό ‘λεγε ἕνας θεολόγος, ἐμφατικὰ καὶ παράδοξα, ἀλλὰ ἔχει τὴν ἀλήθειά του. Ἕξι δισεκατομμύρια ἀνθρώπους νὰ ἀγαπᾶς, ἕναν νὰ μὴν ἀγαπᾶς, παράδεισο δὲν βλέπεις. Διότι, βλέπετε, τό «ἔχω ἀγάπη» τοῦ Ἀποστόλου δὲν ἀφήνει περιθώρια ἐπιλογῆς. Τό «ἔχω ἀγάπη» ἤ «δὲν ἔχω ἀγάπη» τοῦ Ἀποστόλου εἶναι μιὰ πρόταση ὀντολογική. Δείχνει αὐτὸ ποὺ ἔχουμε. Δείχνει αυτὸ ποὺ εἴμαστε. Αὐτὸ ποὺ εἶμαι, αὐτὸ ποὺ ἔχω εἶναι ὀντολογικό, εἶναι φύσις, δὲν εἶναι κάτι ἐκτὸς τῆς φύσεως. Ἡ ἐπιλογὴ ἐκεῖ δὲν ἔχει θέση.
Στὸ βαθμὸ ποὺ ἐμφιλοχωρεῖ ἡ ἐπιλογὴ μεταβαίνουμε ἀπὸ τὴν ὀντολογία στὴν ἠθική. Ἡ ἠθικὴ προσφέρει τὴ δυνατότητα τῆς ἐπιλογῆς καὶ ἄρα προϋποθέτει μία φύση ποὺ παλινδρομεῖ μεταξὺ φθορᾶς καὶ ἀφθαρσίας, ἀνήμπορη νὰ τελέσει τὸ ἅλμα τῆς πίστεως καὶ τῆς πλήρους μεταμορφώσεως ποὺ προσφέρει ἡ συσσωμάτωσή μας μὲ τὸν Χριστό. Προτάσσει τό «πρέπει» ἀντὶ τοῦ νά «εἶναι» κανεὶς ἀγάπη. Προτάσσει τὴν ἀγάπη ὡς διηνεκὴ ἐπιλογή, χωρὶς νὰ ἐξασφαλίζει οὔτε κἂν τὴν ἀκεραιότητά της. Διότι, ὅπως κάθε τι ἀνθρώπινο, ἔτσι καὶ οἱ καθημερινές μας ἐπιλογὲς ἔχουν πολλὲς φορές, ἂν ὄχι πάντα, καὶ τὴν ἰδιοτέλειά τους.
Στὴν Ἐκκλησία ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νὰ ἀγαπήσει, ὄχι περιστασιακὰ καὶ προσωποληπτικά, ἀλλὰ ὡς μεταμορφωμένη φύσις μέσα στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία. Γενόμενος ὁ ἴδιος, ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς, Σῶμα Χριστοῦ, μέλος τοῦ Σώματός του, ἀποτινάσσει τὴν ἐπιλογικὴ ἀγάπη του, ἀποτινάσσει τὸν προσωπικό του τενεκὲ ποὺ σέρνει στὸ διάβα τῆς ἱστορικότητάς του καὶ ἐνδύεται τὴ μελῳδικότητα τῆς ἁγιότητος. Πλέον, δὲν ὀφείλεις ἁπλᾶ νὰ αγαπήσεις, ἀγαπᾶς διότι δὲν μπορεῖς νὰ κάνεις ἀλλιῶς. Ἡ ἐπιλογὴ ἔχει συντελεστεῖ καὶ συντελεῖται διαρκῶς στὴ μία καὶ μόνη ὀντολογικὴ ἐπιλογή: νὰ εἶμαι ἐν Χριστῷ, νὰ εἶμαι Χριστός.
Στὴν Ἐκκλησία ἡ ἀγάπη, ὅπως καὶ κάθε ἄλλη ἀρετή, δὲν εἶναι ἠθικὴ κατηγορία ἀλλὰ ὀντολογική. Τὸ αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου, μέσα στὴν Ἐκκλησία, δὲν χορηγεῖται ἔτσι φθηνά, ὥστε νὰ ἐπιλέγει κανεὶς περιστασιακὰ τὰ θύματα τῆς ἀγάπης του. Μιὰ τέτοια φθηνὴ ἐλευθερία δὲν γεννᾶ ἁγίους ἀλλά, ἐνδεχομένως, ὀπαδοὺς μιᾶς κοινωνικῆς κουλτούρας ἢ σέκτας. Τὸ αὐτεξούσιο, γιὰ τὸ ὁποῖο μιλᾶ ἡ Ἐκκλησία οὐσιαστικὰ ἀφορᾶ μία καὶ μόνη ἐπιλογή, τὴν ἀναμέτρηση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν προσδοκία καὶ τὴν βεβαιότητα τῆς ἀναστημένης φύσεως τοῦ Θεανθρώπου, μὲ λίγα λόγια τὴ προσωπική μας μετοχὴ στὴ θέωση. Τὸ αὐτεξούσιο εἶναι ἡ σχοινοβασία μεταξὺ τῆς ἀνθρώπινης ἀθλιότητος καὶ μεγαλειότητος ταυτόχρονα, μὲ φόντο τὴν αἰωνιότητα.
Γι’ αὐτὸ καὶ τό «ἀγάπην ἔχω» τοῦ Ἀποστόλου ἐνῶ εἶναι κτητικὸ δὲν συνιστᾶ ἀξιομισθία πράξεων, δὲν ἀποτελεῖ κατόρθωμα τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἂν καὶ δὲν χωράει ἐπιλογὴ στὸ πότε καὶ σὲ ποιὸν θὰ ἐκδηλώνεται, ταυτόχρονα προϋποθέτει καὶ τὴ μοναδική, πραγματικά, ὀντολογικὴ ἐπιλογὴ τοῦ ἀνθρώπου, νὰ εἶναι ἢ νὰ μὴν εἶναι Θεός.
Μὲ ἁπλᾶ λόγια, ἡ ἀγάπη τῆς ἐπιλογῆς εἶναι μιὰ ἠθικὴ διέξοδος, τὴν ὁποία ἄλλοτε ἐξασκοῦμε καὶ ἄλλοτε ὄχι, ἀλλὰ πάντοτε στὰ ἰδιοτελῆ πλαίσια τῆς ἐπιλογῆς ποὺ κάνουμε ἐμεῖς καὶ μόνον ἐμεῖς. Ἀντίθετα, ἡ ἐπιλογὴ τῆς ἀγάπης, ἡ συγκατάνευση καὶ τὸ πολυπόθητο «ναί» τῆς συνατήσεώς μας μὲ τὸ Θεό, ἡ ἐπιλογὴ τῆς πραγματικῆς ἕνωσης καὶ συσσωματώσεώς μας στὸ Χριστὸ μᾶς ἐξασφαλίζει μιὰ ἀγάπη ποὺ μᾶς δίδεται ἄνωθεν, ὡς χάρη καὶ χάρισμα, διηνεκὴς καὶ μόνιμη, ἐντός μας. Διότι, τότε, μέσα μας, ζεῖ ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Χριστὸς δὲν παζαρεύει τὴν ἀγάπη του στὸ ἄθλιο ἀλισβερίσι τῆς ἀνθρωπίνης ἰδιοτέλειας.
Αὐτὸ πρέπει νὰ ζητοῦμε ἢ μᾶλλον καὶ κατεπειγόντως νὰ ἐπιζητοῦμε. Ὁ πρῶτος καὶ μοναδικὰ βεβαιωμένος, ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριό μας, ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ληστής, ποὺ σταυρώθηκε δίπλα στὸ Χριστό, στὴ μεγάλη ἀναμέτρηση τοῦ αὐτεξουσίου του, δὲν παγιδεύτηκε στὰ δίχτυα καμιᾶς καιροσκοπικῆς ἐπιλογῆς καὶ ἠθικῆς. Στὴ μεγάλη αὐτὴ ἀναμέτρηση τοῦ αὐτεξουσίου του, ποὺ δὲν διήρκησε περισσότερο ἀπὸ δέκα δευτερόλεπτα, κατόρθωσε μὲ τὴν ἐπιλογή του, μὲ τὸ ψέλλισμα καὶ μόνον ἐλαχίστων, φτωχῶν λέξεων, μὲ ἕνα «μνήσθητί μου Κύριε ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου», νὰ ἁρπάξει μιὰ θέση στὸν παράδεισο καὶ νὰ καταστεῖ ὁ πρῶτος πολίτης τοῦ οὐρανοῦ.
Τρανὸ παράδειγμα γιὰ νὰ θυμόμαστε μιὰ καὶ μόνο βασικὴ ἀλήθεια. Πὼς οὔτε τὰ κηρύγματα σώζουν, οὔτε οἱ νηστεῖες, οὔτε οἱ μετάνοιες, οὔτε ἡ ἠθική μας ἀξιοσύνη οὔτε τὰ ἀνδραγαθήματά μας. Διότι, πολὺ ἁπλᾶ, σωτηρία δὲν εἶναι τὸ καλύτερο δυνατὸ ποὺ μπορῶ νὰ ἀπογίνω μὲ τὶς πράξεις μου ἀλλὰ σωτηρία σημαίνει νὰ γίνω Θεός. Καὶ αὐτὴ τὴ σωτηρία ἦρθε νὰ φέρει στὸν κόσμο ὁ Χριστός. Καὶ γι’ αὐτὸ ἔγινε ἄνθρωπος, ὄχι γιὰ νὰ δώσει ὑποδείγματα καὶ παραδείγματα ἠθικῶν ἐπιλογῶν ἀλλὰ γιὰ νὰ θεώσει, νὰ μεταμορφώσει τὴν ἀνθρώπινη φύση, νὰ τὴν κάνει, νὰ μᾶς κάνει Θεούς.
Δυστυχῶς, στὶς μέρες μας, ἔχουμε μεταφέρει τὴν ἠθικὴ καὶ τὴν ἔχουμε στρογγυλοκαθίσει σὲ περίοπτη θέση μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ἔχουμε μολύνει ἀκόμα καὶ τὸ θεμελιωδέστερο ὅλων, τὴ Θεία Εὐχαριστία. Ποιά, ἀλήθεια, εἶναι ἡ μελῳδία μας σήμερα, ὅταν ἐνὼ σφύζουν οἱ ἐκκλησίες, κοινωνοῦν ἐλάχιστοι; Πῶς μπορεῖ κάποιος νὰ ἰσχυρίζεται ὅτι ἀγαπᾶ ὅταν δὲν μετέχει τοῦ κοινοῦ Ποτηρίου; Ποιὰ ἡ ἀγάπη μας ὅταν στὴ δική μας μεγάλη ἀναμέτρηση τοῦ αὐτεξουσίου μας ἀρνούμαστε ἐμφατικὰ στὸν συνάνθρωπο τοῦ διπλανοῦ μας στασιδίου νὰ γίνουμε ἕνα Σῶμα καὶ μέρη ἐκ μέρους; Ὅταν κοινωνοῦμε ἀπὸ φοβικὰ σύνδρομα πρὸ τοῦ ἐπικρεμάμενου θανάτου μας καὶ μετατρέπουμε τὸ Σῶμα του καὶ τὸ Αἷμα Του σὲ εἶδος τοτὲμ καὶ μαγικοῦ φυλακτοῦ, γιὰ τὴν περίπτωση ποὺ ἡ Ἐκκλησία ἀληθεύει ὅταν ὁμιλεῖ γιὰ αἰωνιότητα καὶ κόλαση; Γιὰ ποιὰ ἀγάπη μιλοῦμε, ὅταν σπρωχνόμαστε νὰ κοινωνήσουμε πρῶτοι καὶ γρήγορα, ὅπως κάνουμε στὴν οὐρὰ τῶν ταμείων τοῦ ΣούπερΜάρκετ; Ἀλλὰ ἐκεῖ εἴμαστε συνήθως πιὸ εὐγενικοί!
Πῶς μιλᾶμε γιὰ ἀγάπη καὶ πῶς, ἀλήθεια, πῶς, πιστεύουμε ὅτι εἴμαστε Ἐκκλησία, ἕνα Σῶμα καὶ ὄχι αὐτάρεσκες μονάδες, ὅταν ἡ μετοχὴ μας στὴ Θεία Εὐχαριστία, ποὺ μὲ τό «Εὐλογημένη» τοῦ Ἱερέως εἰσαγόμαστε στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, εἰδικὰ τὶς μεγάλες ἑορτές, σταματᾶ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀτομικὰ κοινωνήσαμε καί, ἀμέσως, χωρὶς δεύτερη σκέψη, τὴν κοπανᾶμε σὰ κυνηγημένοι ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία καὶ πρὶν τό «Δι’ εὐχῶν» τῆς Βασιλείας, ἔμπλεοι, παρόλα αὐτά, ὅτι ἐκπληρώσαμε ἕνα ὕψιστο κοινωνικὸ καθῆκον; Πόσα ἀκόμη ἐρωτήματα, σκληρὰ εἶναι ἡ ἀλήθεια, μποροῦν νὰ εἰπωθοῦν; Γι’ αὐτὸ καὶ τελικὰ ἐρχόμαστε μέσα στὴν Ἐκκλησία ξένοι ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο καὶ φεύγουμε ξένοι. Τίποτα δὲν μᾶς ἑνώνει καὶ πολλὰ μᾶς χωρίζουν.
Μὰ θὰ κοινωνοῦμε κάθε Κυριακή; Σὲ κάθε Θεία Λειτουργία; Μὰ εἴμαστε ἄξιοι; Γιατὶ μήπως οἱ Ἱερεῖς καὶ σίγουρα πρῶτος ἐγώ, εἴμαστε ἄξιοι; Μήπως ἄξιζε ὁ ληστὴς νὰ ἀντικρύσει τὴν πόρτα τοῦ Παραδείσου; Μήπως ἄξιζε σύνολο τὸ ἀνθρώπινο γένος τὴ θυσιαστικὴ ἀγάπη τοῦ Κυρίου μας;
Στὴ λογικὴ τῆς ἠθικῆς τὸ ἄξιος εἶναι ἀπόλυτα συνυφασμένο μὲ τὶς πράξεις μας. Μὲ τὶς ἱκανότητες καὶ τὶς ἀτέλειές μας. Ἡ λογικὴ τῆς ἠθικῆς φωνάζει, κροτεῖ καὶ ἀλαλάζει ὅτι ἂν νήστεψες, ἂν προσευχήθηκες, ἂν ἐξομολογήθηκες, ἀκόμα καὶ ἂν μετανόησες, εἶσαι ἄξιος, ἕστω κι ἂν ἀγωνίζεται νὰ μᾶς τὸ ἀποκρύψει, θάβοντάς το στὰ συντρίμια μιᾶς δήθεν εἰσέτι ἀναξιότητος. Ἐμφωλεύει ὅμως μέσα μας καὶ σὰν τὸ σκόρο ἀπομυζεῖ κάθε ἰκμάδα τῆς ὄντως ζωῆς ἀλλὰ ἐν τέλει ἀποκαλύπτεται ἐν καιρῷ στὴν ὑποκρισία της.
Στὴ λογικὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἄξιος καθίστασαι ὅταν θέλεις. Ἄξιος γίνεσαι στὴν ἐπιλογὴ τοῦ «ναί, ἔρχου Κύριε Ἰησοῦ». Στὴν καταφατικὴ ἀπόκριση στὸ μυστήριο. Στό «ναί» θέλω νὰ εἶμαι μαζί Σου. Θέλω νὰ γίνω Σῶμα Σου καὶ Σὺ Κεφαλή μου. Εἶναι τὸ «αἰτεῖτε καὶ δοθήσεται», τόσο ἁπλὸ μὰ καὶ τόσο παράλογο καὶ περίπλοκο γιὰ τὴν ἠθικὴ τοῦ κόσμου. Δὲν τὸ κατακτᾶς ἀλλὰ κατακτιέσαι ἀπὸ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ.
Γι’ αὐτὸ καί «τὰ ἅγια» δίδονται «τοῖς ἁγίοις». Αυτὸ δὲν λέμε μετὰ τὸ «Πρόσχωμεν»; Νὰ δοθοῦν τὰ ἅγια στοὺς ἁγίους; Μήπως εἴμαστε ἅγιοι ἠθικὰ ὅσοι κοινωνοῦμε καὶ ὅσοι δὲν κοινωνοῦμε ὄχι; Αὐτὸ τὸ παράδοξο συμβαίνει στὴν Ἐκκλησία. Στὴν Ἐκκλησία, ὡς μέλος της, μπορῶ νὰ πῶ, χωρὶς ἴχνος ματαιοδοξίας, ὅτι εἶμαι ἅγιος, διότι ἡ ἁγιότητα μοῦ δίδεται ὡς χάρη καὶ ὡς χάρισμα, δὲν εἶναι ἀξιομισθία. Ἀντιθέτως, δὲν μπορῶ νὰ πῶ ὅτι εἶμαι ἀναμάρτητος, διότι σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἁγιότητα, ποὺ δίδεται σὲ ἐκείνους ποὺ τὴν ἀποζητοῦν ἐν Ἐκκλησίᾳ, ἐν κοινωνίᾳ, σὲ ἐκείνους ποὺ θέλουν νὰ γίνουν καὶ γίνονται ἕνα μὲ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἁμαρτία εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου δικὸ μου κατόρθωμα καὶ ψευτο-παλικαριά!
«Αἰτεῖτε καὶ δοθήσεται ὑμῖν» εἶναι τὸ κλειδὶ τοῦ παραδείσου ποὺ πρῶτος παρέλαβε ὁ ληστὴς ἐπάνω στὸ Σταυρό. «Αἰτεῖτε καὶ δοθήσεται» ἡ κλεὶς τῆς μελωδικῆς πενταγράμμου τῆς αγάπης ἢ ἄλλώς πως τό «Πρόσθες ὑμῖν πίστιν» καὶ σὲ παραλλαγὴ τό «πρόσθες ὑμῖν ἀγάπην» τῶν ἀποστόλων. Αἴτημα προσευχῆς διαρκοῦς ἀλλὰ καὶ μετοχῆς διαρκοῦς στὸ Σῶμα Του καὶ τὸ Αἷμα Του, διότι, πάντοτε, καὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ ὡς στρατευόμενα μέλη Της, κουβαλᾶμε τὴ φθορὰ καὶ σέρνουμε τὸ σαρκίο τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἁμαρτίας.
Ἔτσι καὶ μόνον ἔτσι, ἡ ἀγάπη, ὅπως καὶ κάθε ἄλλη ἀρετή, δὲν θὰ μπορεῖ νὰ εἶναι ἐπιλογὴ ἀλλὰ ἡ μόνη ὀντολογική μας ἀπόκριση, ἡ μόνη διέξοδος στὸ ἀδιέξοδο τῆς μίας καὶ μοναδικῆς ἐπιλογῆς μας νὰ εἴμαστε ἐν Χριστῷ, νὰ εἴμαστε Χριστός.
«Εἶδες τὸν ἀδελφόν σου, εἶδες Κύριον τὸν Θεό σου», λέει ἕνα γεροντικὸ ἀπόφθεγμα περὶ ἀγάπης. Ἂς τὸ σπουδάσουμε αὐτό, ὄχι ἠθικὰ ἀλλὰ ἀποκαλυπτικὰ καὶ θὰ διαπιστώσουμε ὅτι προσφέρει καὶ μία ἀκόμη πιὸ δυναμικὴ προοπτική. Ἂς ὀρθοτομήσουμε ὀντολογικά, λέγοντας: «Εἶδες τὸν ἑαυτόν σου εἶδες Κύριον τὸν Θεό σου». Μέσα μας νὰ κατοικεῖ ὁ Χριστὸς καὶ ἡ ἀγάπη πλέον δὲν θὰ ὑποκύψει στὴν ἐλευθερία τοῦ φθαρτοῦ γνωμικοῦ μας θελήματος ἀλλὰ θὰ μεταμορφωθεῖ σὲ ἀναπόδραστη ἀνάγκη, σὲ ἔρωτα μανικὸ καὶ ἐξουσιαστικό, αὐτεξουσιαστικό, ἂν μοῦ ἐπιτρέπεται ἡ ἔκφραση.
Δὲν προσδιορίζουν οἱ πράξεις μας τὸ εἶναι μας, ἀλλὰ τὸ εἶναι μας καθορίζει τὶς πράξεις μας. Ἡ ἀφετηρία τῆς ὕπαρξης εἶναι πάντοτε καὶ πρωταρχικὰ ὀντολογικὴ καὶ ὄχι ἠθική. Τὸ νὰ εἶμαι ἐν Χριστῷ, τὸ νὰ ζεῖ ὁ Χριστὸς ἐν ἐμοί, ἡ σχέση αὐτή, αὐτὴ ἡ ἄθληση καὶ συνάμα συνάθληση, διότι ἐδὼ κανεῖς δὲν εἶναι μόνος, διότι ἐδὼ δὲν εἶναι ΣούπερΜάρκετ, ἀναγκαστικὰ ὁδηγεῖ στὴν ἐκδήλωση τῆς ἀγάπης καὶ κάθε ἀρετῆς καὶ ἀγωνίσματος, ἐν τόπῳ καὶ χρόνῳ, στὸ τώρα.
Νὰ ἀναθεωρήσουμε, λοιπόν, τὴ ζωὴ μας, νὰ ζοῦμε ὡς ἐν Βασιλείᾳ Θεοῦ, νὰ προγευθοῦμε ἀπὸ τοῦ νῦν τὴν μελῳδικότητα τῆς μελλούσης ζωῆς, νὰ ἀτενίζουμε τὸν κόσμο καὶ τὴ κτίση μέσα από τὰ ἔσχατα, διὰ μέσου τῶν ἀναστημένων μας βλεμμάτων ἐν τῇ Βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ, ἀμήν.

Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2011

«Στις 10 Φλεβάρη του 1929…»

«Στις 10 Φλεβάρη του 1929, ανήμερα του Άη - Χαράλαμπου, το θερμόμετρο δείχνει στα Γιάννινα 17 βαθμούς υπό το μηδέν… αμίλητος απ’ του Μαβίλη κύτταζα την παγωμένη απ’ άκρη σ’ άκρη έκταση, που απλωνόταν, σα μια βουβή και άτεγκτη απειλή μπροστά μου.
Τη μέρα εκείνη, κανένας ακόμα δεν είχε πάρει θάρρος να πατήση στο παγωμένο στρώμα. Μα την αυριανή, αντίκρυσα απάνω τους περπατητές, που συζητούσαν αμέριμνοι απάνου στα νερά, σαν να βολτάριζαν σε καμμιά πλατεία...».

Δημήτριος Σαλαμάγκας,
«Γιαννιώτικα Σύμμεικτα».

Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

Ο τελώνης

«...Καθώς ο Τελώνης στεκόταν στο κατώφλι ήξερε ότι ανήκε στο βασίλειο του κακού και δεν είχε πρόσβαση στο χώρο του Θεού. Ωστόσο, ένιωθε τη διαφορά, ένιωθε τρόμο για τον εαυτό του και μία λατρευτική στάση γεννιόταν μέσα του απέναντι στον θεϊκό αυτό χώρο. Έτυπτε το στήθος του και ζητούσε έλεος, επειδή για τίποτε άλλο δεν μπορούσε να ελπίζει ούτε σε τίποτε άλλο να υπολογίζει…

Η παραβολή είναι σαφής: εκείνος που ήρθε και στάθηκε συντετριμμένος, γεμάτος ντροπή για τον εαυτό του, γνωρίζοντας ότι είναι ανάξιος να μπει στον ιερό αυτό χώρο, επιστρέφει στον οίκο του συγχωρημένος, αγαπώμενος, συνοδευόμενος ουσιαστικά από τον ίδιο το Θεό…».

Anthony Bloom,
«Στο φως της κρίσης του Θεού»
(Πορεία από το Τριώδιο στην Ανάσταση)

Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

Ταπείνωση (Κυριακή του Τελώνη & του Φαρισαίου)

Την παραμονή της Κυριακής «του Τελώνη και του Φαρισαίου», στον Εσπερινό του Σαββάτου εμφανίζεται για πρώτη φορά το λειτουργικό βιβλίο «Τριώδιο». Απ’ αυτό διαβάζονται διάφορα κείμενα που τα προσθέτουμε στους συνηθισμένους ύμνους της εβδομαδιαίας αναστάσιμης ακολουθίας. Όλα αυτά τα κείμενα παρουσιάζουν την επόμενη μεγάλη πλευρά της μετάνοιας: την ταπείνωση.

Το ευαγγελικό ανάγνωσμα (Λουκ.18,10-14) περιγράφει έναν άνθρωπο που είναι πάντα ευχαριστημένος με τον εαυτό του και που νομίζει ότι συμμορφώνεται με όλες τις απαιτήσεις της θρησκείας. Είναι βέβαιος για τον εαυτό του και πολύ περήφανος γι’ αυτόν. Στην πραγματικότητα όμως έχει παραποιήσει το νόημα της θρησκείας. Την έχει περιορίσει σε εξωτερικούς τύπους και μετράει την ευσέβειά του με το ποσόν των χρημάτων που συνεισφέρει στο ναό. Όσο για τον Τελώνη, αυτός ταπεινώνει τον εαυτό του και αυτή η ταπείνωση τον δικαιώνει μπροστά στον Θεό.

Αν υπάρχει μια ηθική αξία που σχεδόν απόλυτα παραθεωρείται ή αγνοείται σήμερα είναι πραγματικά η ταπείνωση. Ο πολιτισμός στον οποίο ζούμε διαρκώς ενσταλάζει μέσα μας την έννοια της υπερηφάνειας, της αυτοεξύμνησης και της αυτοδικαίωσης. Είναι οικοδομημένος πάνω στην αλαζονική υπόθεση ότι ο άνθρωπος μπορεί να πετύχει οτιδήποτε μόνος του, και φτάνει το να περιγράφει τον Θεό σαν τον Ένα που πάντοτε αμείβει τις επιτυχίες και τα καλά έργα του ανθρώπου.

Η ταπείνωση -είτε ατομική, είτε ομαδική, είτε εθνική είναι- θεωρείται δείγμα αδυναμίας, κάτι ανάρμοστο για έναν αληθινό άνθρωπο. Αλλά μήπως οι χριστιανοί σήμερα δεν είναι ποτισμένοι με το πνεύμα του Φαρισαίου; Μήπως και μεις δε θέλουμε κάθε προσφορά μας, κάθε «καλή πράξη» μας, καθετί που κάνουμε «για την Εκκλησία» να αναγνωρίζεται, να επαινείται, να δημοσιεύεται;

Αλλά τι είναι ταπείνωση; Η απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση μπορεί να φανεί παράδοξη γιατί είναι ριζωμένη σε μια περίεργη διαβεβαίωση: Ο ίδιος το Θεός είναι ταπεινός! Για κείνον που γνωρίζει τον Θεό, που Τον ατενίζει μέσα στη δημιουργία Του και στις σωτήριες ενέργειές Του, είναι φανερό ότι η ταπείνωση είναι πραγματικά μια θεία ποιότητα, είναι το ουσιαστικό περιεχόμενο και η λάμψη της δόξας από την οποία, όπως ψέλνουμε στη Θεία Λειτουργία, είναι «πλήρης ο ουρανός και η γη». Μέσα στην ανθρώπινη διανοητικότητά μας έχουμε την τάση να μη μπορούμε να συμβιβάσουμε τη «δόξα» με την «ταπείνωση» -αφού μάλιστα η ταπείνωση θεωρείται ψεγάδι ή ελάττωμα. Ακριβώς όμως η άγνοιά μας και η αδεξιότητά μας είναι εκείνα που μας κάνουν ή θα έπρεπε να μας κάνουν να νιώθουμε ταπεινοί.

Είναι σχεδόν αδύνατο να μεταφέρεις στο σύγχρονο άνθρωπο που τρέφεται με τη δημοσιότητα, την αυτοπροβολή και την ατέλειωτη αυτοεξύμνηση, το γεγονός ότι εκείνο που είναι αυθεντικά τέλειο, όμορφο και καλό είναι την ίδια στιγμή γνήσια ταπεινό. Ακριβώς γιατί η τελειότητα δεν έχει ανάγκη από τη «δημοσιότητα», την εξωτερική δόξα ή από την κάθε είδους επίδειξη.

Ο Θεός είναι ταπεινός γιατί είναι τέλειος. Η ταπείνωσή Του είναι η δόξα Του και η πηγή κάθε αληθινής ομορφιάς, τελειότητας και καλοσύνης. Αυτό συνέβηκε με την Παναγία, τη Μητέρα του Χριστού, που η ταπείνωση την έκανε χαρά όλης της οικουμένης και τρανή αποκάλυψη της ωραιότητας πάνω στη γη· αυτό έγινε και με όλους τους αγίους· το ίδιο συμβαίνει και με κάθε ανθρώπινη ύπαρξη στις σπάνιες στιγμές της επαφής της με το Θεό.

Πως κανείς γίνεται ταπεινός; Η απάντηση για ένα χριστιανό είναι απλή: με την ενατένιση του Χριστού, που είναι η σαρκωμένη Θεία ταπείνωση, ο Ένας, μέσα στον οποίο ο Θεός αποκάλυψε, μια για πάντα, τη δόξα Του σαν ταπείνωση και την ταπείνωσή Του σαν δόξα. «Νυν» είπε ο Χριστός τη νύχτα της άκρας ταπείνωσής Του, «εδοξάσθη ὁ υιός του ανθρώπου, και ο Θεός εδοξάσθη εν αυτώ».

Η ταπείνωση μαθαίνεται ατενίζοντας το Χριστό ο οποίος είπε: «Μάθετε απ' εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία» (Ματθ. 11: 29). Τελικά γινόμαστε ταπεινοί με το να μετράμε το καθετί με μέτρο το Χριστό και να αναφερόμαστε για όλα σ’ Αυτόν. Χωρίς τον Χριστό η αληθινή ταπείνωση είναι αδύνατη, ενώ στην περίπτωση του Φαρισαίου, ακόμα και η θρησκεία, γίνεται υπερηφάνεια για τα επιτεύγματά του· έχουμε δηλαδή ένα είδος φαρισαϊκής αυτό-δοξολογίας.

Η περίοδος λοιπόν της Μεγάλης Τεσσαρακοστής αρχίζει με μια αναζήτηση, μια προσευχή για ταπείνωση που είναι η αρχή της αληθινής μετάνοιας. Γιατί μετάνοια, πάνω από καθετί άλλο, είναι η επιστροφή στη γνήσια τάξη των πραγμάτων, η «αναμόρφωση του αρχαίου κάλλους». Η μετάνοια επομένως είναι θεμελιωμένη στην ταπείνωση και η ταπείνωση -η Θεία και θαυμαστή ταπείνωση- είναι καρπός της και τέρμα της.

(Από το βιβλίο του π. Αλέξανδρου Σμέμαν «Μεγάλη Σαρακοστή: Πορεία προς το Πάσχα», εκδ. «Ακρίτας»).

Τετάρτη, 2 Φεβρουαρίου 2011

«Πρόσφορο μνημοσύνης»

Το πρώτο βιβλίο της σειράς «Μνημοσύνη», που εκδίδει η Ιερά Μονή Ελεούσης της Νήσου Ιωαννίνων, («αντίδωρο σεβασμού και τιμής στην “πρόθεση” της καρδιάς ενός εκάστου, οφειλή και “πρόσφορο μνημοσύνης” στη ζωή και για τη ζωή όσων έφυγαν…»), τα «Προπέρσινα Χριστούγεννα» του Κώστα Κρυστάλλη, εκδόθηκε τα Χριστούγεννα του 1998.

Ακολούθησαν:
Κώστα Καζαντζή: «Το χέρι του Αγίου Γρηγορίου».

Κώστα Κρυστάλλη: «Πάσχα στον Πίνδο, Πρωτομαγιά στα Γιάννινα».

Κώστα Κρυστάλλη: «Η πανήγυρις της Μεταμορφώσεως εν Ιωαννίνοις».

Χρήστου Χρηστοβασίλη: «Τα Χριστούγεννα της γριάς».

Γεωργίου Δ. Χατζή - Πελλερέν: «Φίλτατα, χρυσά, ωραία Γιάννινα».

Κώστα Κρυστάλλη: «Το πανηγύρι της Καστρίτσας».

Κώστα Κρυστάλλη: «Το φυλαχτό μου».

Κώστα Καζαντζή: «Η σπηλιά του Σκυλοσόφου, Το «κόν’σμα τ’ Αγεννιού», Η σκάλα της κυρά - Φροσύνης».

Χρήστου Χρηστοβασίλη: «Τα Χριστούγεννα των κλεφτών».

Κώστα Κρυστάλλη: «Η εικόνα, Το σημειωματάρι του Γεροκαλαμένιου».

Κώστα Κρυστάλλη: «Η κυρά - Νίτσα».

Γεωργίου Πελλερέν: «Ο Ηγούμενος της Καστρίτσας».

Χρήστου Χρηστοβασίλη: «Χριστούγεννα στον Πίντο».

Κίμωνα Τζάλλα: «Η θυσία».

Άλκη Μυρσίνη - Μάνθου: «Το θαύμα τ’ Αη - Γιώργη».

Ο βίος του αγίου Ιωάννου του εξ Ιωαννίνων: Χριστός Ανέστη!

Ιωάννου Ν. Νικολαΐδου: «Πως ημέρεψαν οι Άγιοι…».

Χρήστου Χρηστοβασίλη: «Η ανίκητη ελπίδα».

Λεωνίδα Βασιλειάδη: «Οι γύφτοι της Ηπείρου».

Χρήστου Χρηστοβασίλη: «Το αμάρτημα του παπα - Γιώργη».

Αδάμ: «Ο Λάζαρος» - «Η Λαμπρή» - Η Πρωτομαγιά».

Αδάμ: «Το Δωδεκαήμερο» - «Χιόνι στο χωριό».

Γιώργου Κοτζιούλα: «Από μικρός στα γράμματα».

Δημητρίου Σαλαμάγκα: «Χρονιάρες μέρες».

Τρίτη, 1 Φεβρουαρίου 2011

«Φλεβάρης των φλεβών»

«Φλεβάρης των φλεβών»
Στίχοι: Ηλίας Κατσούλης
Μουσική: Παντελής Θαλασσινός
Ερμηνεία: Παντελής Θαλασσινός
Δίσκος: «Το καλαντάρι»

Ο Αύγουστος του έκλεψε μια μέρα
την ύψωσε πανάκι σε μπρατσέρα
μια άλλη χρόνους τέσσερις χαμένη
σαν άσωτη επιστρέφει, μα δε μένει.

Φλεβάρης των φλεβών κουτσό ποτάμι
κυλάει σαν παράπονο στο τζάμι
Σαββάτο των ψυχών κρυφά δακρύζει
στα σπίτια των απόντων φτερουγίζει.

Μάρωνος και Νικηφόρου και Ανθούσης τελεσφόρου
Χαραλάμπους και Βλασσίου, Κασσιανού και Θαλασσίου
Τρύφωνος και Παγκρατίου, ήλιος του μεσονυχτίου
φέγγει απότομα και λιώνει, της Υπαπαντής το χιόνι.

Η νύχτα Φαρισαίου και Τελώνου
αθώος ξένου αίματος και φόνου
ανάβει της αγάπης τα λυχνάρια
και τα παλιά διαβάζει συναξάρια.

Τρύφωνος και Παγκρατίου, ήλιος του μεσονυχτίου
φέγγει απότομα και λιώνει, της Υπαπαντής το χιόνι.

Το τραγούδι στο youtube:

http://www.youtube.com/watch?v=Ia_QyrFccec