ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ("ΕΙΣ ΚΟΠΑΝΟΥΣ")

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ("ΕΙΣ ΚΟΠΑΝΟΥΣ")
ΤΟ BLOG ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ («ΕΙΣ ΚΟΠΆΝΟΥΣ») ΠΟΛΕΩΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

Κυριακή, 14 Αυγούστου 2016

Ιωαννίνων Μάξιμος: «Δεν ήταν δυνατό να κρατηθεί από τον θάνατο Αυτή που έγινε η μητέρα της όντως ζωής...»



«Πανηγυρίζει η Ορθόδοξη Εκκλησία μας σήμερα μια μεγάλη πανήγυρη, το Πάσχα του καλοκαιριού, τη μεγάλη θεομητορική εορτή της Κοιμήσεως και της εις ουρανούς Μεταστάσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Μεγάλη εορτή, διότι η Παναγία έγινε η μητέρα του Θεού και η μητέρα όλων των ανθρώπων. Μεγάλη εορτή, διότι Αυτή έλυσε με τη σωστή απάντηση που έδωσε στο Θεό να συνεργήσει στο θέλημά Του για τη σωτηρία του κόσμου, τη λύση στην παλαιά παρακοή. Μεγάλη πανήγυρη, διότι Αυτή, εκπροσωπώντας το γένος των ανθρώπων, έδωσε την ανθρώπινη φύση στον ίδιο το Θεό, ο οποίος την έλαβε, την εκαινούργησε, την ανακαίνισε, τη θέωσε και τη γέμισε με τη θεϊκή δόξα, την άκτιστη δύναμη της Αγίας Τριάδος. Μεγάλη πανήγυρη, διότι με αυτό τον τρόπο η Παναγία δεν έγινε μόνο μητέρα του Θεού, αλλά έγινε και μάνα όλου του κόσμου. Και έδωσε τη δυνατότητα, με αυτή της τη συνέργεια, να μπορεί κάθε άνθρωπος να μπολιαστεί στην ανθρώπινη φύση του Ιησού Χριστού και από αυτή να λάβει τη θεωτική και μεταμορφωτική ενέργεια της Αγίας Τριάδος...


Αυτή η Παναγία, μία απλή κοπελίτσα, η οποία μεγάλωσε μέσα στα Άγια των Αγίων, η οποία δέχτηκε, μετά από πολύχρονη πνευματική προετοιμασία, να πει το ναι στην κλήση του Θεού, να συνεργήσει Αυτή και να σηκώσει αυτή τη μεγάλη ευθύνη να γίνει η μάνα του Θεού, ώστε να μπορεί να σωθεί το ανθρώπινο γένος. Να μπορεί να αποκατασταθεί η αρχαία πτώση και η αρχαία βλάβη του ανθρωπίνου γένους, η οποία δεν επέτρπε να υπάρχει πλέον η ροή της θεϊκής χάριτος στον άνθρωπο. 
Αυτή, λοιπόν, η Μαρία, η Παναγία, λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας ότι είναι η μόνη γυναίκα η οποία ευρέθη ικανή και άξια να φέρει μέσα της το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς, να κατασταθεί μέσα της ο ίδιος ο Υιός και Λόγος του Θεού και να προσλάβει από Αυτή την ανθρώπινη φύση. Διότι η Μαρία ήταν αγνή, ήταν γεμάτη με τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και στολισμένη με όλα τα δώρα και όλες τις δωρεές της Αγίας Τριάδος. Είχε αγάπη για το Θεό άμετρη, είχε ταπείνωση άμετρη, είχε υπακοή προς το Θεό άμετρη, είχε αγάπη και προς τον κόσμο άμετρη και διατηρεί αυτή την αγάπη και προς το Θεό και προς τον κόσμο, διότι και με την Κοίμησή της δεν κατέλιπε τον κόσμο. 
Αλλά, παρότι απέθανε σωματικώς, δεν ήταν δυνατό να κρατηθεί από τον θάνατο Αυτή που έγινε η μητέρα της όντως ζωής, η μητέρα του Θεού, αλλά ανέστη και μετέστη στους ουρανούς, όπου ζώσα εκεί, ενώπον του θρόνου του αγίου Θεού, ενώπιον του θρόνου του Υιού και Θεού της και Κυρίου και Θεού μας πρεσβεύει και μεσιτεύει υπέρ της σωτηρίας του κόσμου, πρεσβεύει και μεσιτεύει για τη μετάνοιά μας, για την επιστροφή μας στην όντως ζωή, μεσιτεύει για τα προβλήματα και τα αιτήματά μας, τις στενοχώριες, τους φόβους, τα προβλήματα και όλα όσα μας ταλανίζουν στην καθημερινή ζωή και ιδιαίτερα όταν προστρέχουμε σε Αυτή και ζητούμε τη μεσιτεία και τη βοήθειά της, όταν την τιμούμε ως μητέρα του Θεού, αλλά και μητέρα του ανθρωπίνου γένους…».


«Ως πρέσβειρα...»



«Πρέσβιν δέδεξο μητέρα σην, ω Λόγε,
σφας δ' οις δέδωκας δεσμολύτιν σου χάριν.

Χαίρ', ω Κόρη πάγχαρτε, μήτερ παρθένε,
καλλίστα πασών παρθένων υπερτάτη,
ουρανιώνων ταγμάτων υπερτέρα,
δέσποινα, παντάνασσα, χάρμα του γένους,
αεί ποτ' ευ φρονούσα τυγχάνεις γένει
καμοί μεγίστη πανταχού σωτηρία».

«Δέξου ως πρέσβειρα την μητέρα σου Λόγε,
κι εκείνοι που έχουν χάρη τα δεσμά να λύνουν.

Χαίρε, γεμάτη από χάρες Κόρη, Μητέρα και Παρθένος,
στις χάρες που περνάς κάθε παρθένα,
ανώτερη από τα ουράνια τάγματα,
Παντάνασσα, Κυρία, Χαρά του κόσμου,
πάντοτε σκέπτεσαι το καλό του ανθρώπου
και για μένα είσαι παντού η πιο μεγάλη σωτηρία».

Γρηγορίου του Θεολόγου, «Χριστός Πάσχων», PG 38, 335-338.

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2016

«Η Μαρία είναι η μητέρα του Σαρκωμένου Λόγου...»

  

«Καθώς στον Ιησού δεν υπάρχει ανθρώπινη υπόσταση, και καθώς μία μητέρα μπορεί να είναι μητέρα μόνον "κάποιου" και όχι ενός αντικειμένου, η Μαρία είναι όντως η μητέρα του Σαρκωμένου Λόγου, η "Μήτηρ Θεού". Και καθώς η θέωση του ανθρώπου λαμβάνει χώρα "εν Χριστώ", είναι επίσης -με μία έννοια εξίσου αληθινή όσο η μετοχή του ανθρώπου "εν Χριστώ"- η μητέρα ολόκληρου του σώματος της Εκκλησίας.
Αυτή η εγγύτητα της Μαρίας προς τον Χριστό κατέστησε στην Ανατολή ιδιαίτερα δημοφιλείς τις απόκρυφες εκείνες παραδόσεις που ανέφεραν τη σωματική της δόξα μετά θάνατον. Αυτές οι παραδόσεις βρήκαν θέση στην υμνογραφική ποίηση της Εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (15 Αυγούστου), όμως δεν υπήρξαν ποτέ αντικείμενο θεολογικής αναζήτησης ή δογματικού όρου. Η παράδοση της σωματικής "ανάληψης" της Παναγίας αντιμετωπίστηκε από τους ποιητές και τους κήρυκες ως εσχατολογικό σημάδι, ως συνέχιση της ανάστασης του Χριστού, ως προσδοκία της γενικής ανάστασης των πάντων. Τα κείμενα κάνουν απερίφραστα λόγο για τον φυσικό θάνατο της Παρθένου, αποκλείοντας οποιαδήποτε δυνατή συσχέτιση με οποιοδήποτε δόγμα Ασπίλου Συλλήψεως, το οποίο θα της απέδιδε αθανασία και το οποίο θα ήταν εντελώς ακατανόητο στο πλαίσιο της ανατολικής άποψης όσον αφορά το προπατορικό αμάρτημα ως κληρονομική θνητότητα. Έτσι, οι απεριόριστες εκφράσεις ευλάβειας και αφοσίωσης προς τη Μαρία στη βυζαντινή λατρεία δεν είναι παρά ένα δείγμα του δόγματος της υποστατικής ένωσης της θείας και της ανθρωπίνης φύσης στον Χριστό. Με μία έννοια, αντιπροσωπεύουν έναν θεμιτό και οργανικό τρόπο να τεθούν οι κάπως αφηρημένες έννοιες της Χριστολογίας του πέμπτου και του έκτου αιώνα στο επίπεδο του απλού λαού...». 

Ιωάννου Μάγιεντορφ, «Βυζαντινή Θεολογία», εκδ. «Ίνδικτος», Αθήνα 2010, σσ. 358-359.

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

Ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν γράφει για την Κοίμηση της Θεοτόκου


 

«…Τίποτε δεν γνωρίζουμε για τις συνθήκες που περιβάλλουν τον θάνατο της Παναγίας, της μητέρας του Χριστού. Διάφορες ιστορίες, διανθισμένες με παιδική αγάπη και τρυφεράδα, έχουν φθάσει ως εμάς από τον πρώιμο Χριστιανισμό, αλλά ακριβώς λόγω της ποικιλίας τους, δεν νιώθουμε υποχρέωση να υπερασπιστούμε την «ιστορικότητα» καμιάς απ’ αυτές.

Στην Κοίμηση, η αγάπη και η μνημόνευση της Εκκλησίας δεν επικεντρώνονται στο ιστορικό και πραγματικό πλαίσιο, ούτε στην ημερομηνία και στον τόπο όπου αυτή η μοναδική γυναίκα, αυτή η Μητέρα όλων των μητέρων, ολοκλήρωσε την επίγεια ζωή της. Οποτεδήποτε και οπουδήποτε κι αυτό συνέβη, η Εκκλησία, αντ’ αυτού, παρατηρεί την ουσία και το νόημα του θανάτου της, μνημονεύοντας τον θάνατο αυτής που ο Υιός της, σύμφωνα με την πίστη μας, κατέβαλε τον θάνατο, ανέστη εκ νεκρών και μας υποσχέθηκε την τελική ανάσταση και τη νίκη της αθάνατης ζωής…

Στην Κοίμηση, μας αποκαλύπτεται όλο το χαρμόσυνο μυστήριο αυτού του θανάτου και γίνεται χαρά μας, επειδή η Παρθένος Μαρία είναι ένας από μας. Αν ο θάνατος είναι ο τρόμος και η θλίψη του χωρισμού, η κάθοδος στην τρομερή μοναξιά και το σκοτάδι, τότε τίποτ’ απ’ όλα αυτά δεν είναι παρόν στον θάνατο της Παρθένου Μαρίας, αφού ο θάνατός της, όπως και ολόκληρη η ζωή της, είναι μια συνάντηση, αγάπη, συνεχής κίνηση προς το αιώνιο, άδυτο φως της αιωνιότητας και μια είσοδος σ’ αυτό. 

«Η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον», λέγει ο Άγ. Ιωάννης ο Θεολόγος, ο απόστολος της αγάπης. Γι’ αυτό δεν υπάρχει φόβος στην άφθορη Κοίμηση της Παρθένου Μαρίας. Εδώ ο θάνατος έχει καταληφθεί εκ των ένδον, έχει ελευθερωθεί απ’ ό,τι τον γεμίζει με τρόμο και απελπισία. Ο ίδιος ο θάνατος γίνεται ζωή θριαμβεύουσα. Ο θάνατος γίνεται «αυγή μυστικής ημέρας». Έτσι στη γιορτή δεν υπάρχει ούτε λύπη, ούτε νεκρώσιμα μοιρολόγια, ούτε στενοχώρια, αλλά μόνο φως και ζωή. Προσεγγίζοντας την πόρτα του αναπόφευκτου θανάτου μας, είναι σαν να τη βρίσκουμε ορθάνοιχτη, με το φως να ξεχύνεται από τη νίκη που πλησιάζει από την ερχόμενη επικράτηση της Βασιλείας του Θεού…».

(Από το βιβλίο «Η Παναγία»).

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

«Από το κάλλος των δεήσεων»



Γράφει ο ποιητής Μητροπολίτης Πέργης Ευάγγελος

«Ει μη γαρ Συ προΐστασο, τις ημάς
ερρύσατο εκ τοσούτων κινδύνων;»

Ο Αύγουστος έχει τη χάρη του. Είναι το ύστατο χαίρε του καλοκαιριού. Αλλά έχει και τη «χάρη», του. Είναι «η Παναγία του Δεκαπενταύγουστου», με το χαίρε, «εκ γης προς ουρανόν». Το πρώτο, μια έκφανση της χαρίεσσας φύσης. Το δεύτερο, μια έκφραση της πάσχουσας φύσης. Η ίλεως της Θεοτόκου σε αναζήτηση. Την θυμάται με πάθος ο Παρακλητικός. Αυτήν που κατέστησε τα επίγεια ουρανό. Και που δεν είναι απλός σταλαγμός λυτρώσεως. Ούτε απλή μαρτυρία συναισθηματικής χροιάς. Αλλά καταστάλαγμα ιστορημένων εμπειριών. Αναμόχλευση μνήμης.
Αυτό είναι το αυγουστιάτικο χαίρε, που σε λειτουργική συμφωνία με το εαρινό των χαιρετισμών, πλαισιώνουν μέσα στο φως και την ανοιχτοσύνη του κόσμου την «πλατυτέραν των ουρανών». Αυτήν που γνώρισε «τα μείζω των μεγαλουργημάτων», ωθώντας μας στο τελικό στάδιο της Θέωσης. Αυτήν που υπερυψωμένη στη σκέψη και τη συνείδησή μας, καλύπτει την καθημερινότητά μας «ως Σκέπη του κόσμου».
Την Παναγία η Ρωμιοσύνη την έχει σε αδιάσπαστη ενότητα μαζί της. Συνευρίσκονται μέσα στο «κεκρυμένον μυστήριόν» της που το κατευθύνει ο Θεός. Χώρα Της θεωρεί την Πόλη. Το χώρο της ακοίμητης περιπέτειας του νου. Γι’ αυτό και χώρο της ζωντανής παρουσίας Της. Και όχι μόνον «τη βουλή του Υψίστου», ως Χώρας του Αχωρήτου. Αλλά και με την κρίση των θνητών, ως Χώρας των ζώντων. Με τη συνδρομή των γεγονότων και με τη συμπαράσταση των τελεσιουργουμένων. Με τη συμμαρτυρία των ονείρων του ύπνου της και με τη λύση των φανερών οραμάτων της.
Είναι μια βεβαίωση η Παναγία του Θρύλου της Ρωμιοσύνης, που βαδίζει με μοναστική και μοναδική υποταγή στο μυστήριο της δικής της ιστορίας. Είναι χρώμα έντονο στη ζωή της από χρωστήρες νηστεμένων μέσα στο κάλλος και την κρισιμότητα του χρόνου της. Είναι και Θεία, επιστασία της χάριτος στη διατήρηση της ιερής ιθαγενείας της και του τόπου της. Της Πόλης.


Λειτουργούμαι στον πατριαρχικό ναό. Ακούω τη μια μετά την άλλη τις εκφωνήσεις του ιερέα. Έρχεται και η σειρά της αποκλειστικής για την Παναγία, που βρίσκει τον Πατριάρχη γονατιστό από τον προηγούμενο ύμνο της ευχαριστίας. Και δεν τον βλέπω να ανεβαίνει μετά στο Θρόνο του. Τον βλέπω «εξαιρέτως» να παραμένει όρθιος και ασκεπής στο δάπεδο. Σα να τον καθηλώνει η χάρη Της, κι εκείνος να δείχνει στην οικουμένη ότι «άξιον εστί», να ορθοστατεί.
Μα βλέπω και κάτι άλλο στον Πατριάρχη. Να σταυροκοπείται και πάλι εξαιρέτως, τρις πριν ανέβει τα σκαλιά του θρόνου του. Με σχήματα αρχοντικά μετανοίας την κάθε φορά. Μια, ατενίζοντας κατάματα την Εικόνα τη δεσποτική της Παναγίας του τέμπλου, κι ευχαριστώντας Την για την προστασία Της στο κέντρο της Ορθοδοξίας. Μια γι’ αυτή που τετρακόσια χρόνια αγρυπνεί στο κλίτος το δεξί. Και μια για την εικόνα «της ανταλλαγής», που σχηματίζει το τόξο της χάριτος από τ’ αριστερά. Και στοχάζομαι την κρίσιμη ταραχή αυτών των προσευχητικών κινήσεων. Αυτών των σημείων αναφοράς και λόγου της Ρωμιοσύνης στο μεγαλόχαρο «παρών» του ουρανού.
Ώρα λειτουργική μέσα στον πάνσεπτο ναό του Φαναρίου, που με την ορατή της φανέρωση η Μεγάλη Εκκλησία σχεδιάζει την ευγνωμοσύνη της για την «εις το κρείττον αλλοίωσίν» της. Και πάνω στη λαμπερή επιφάνεια της εικόνας της Παναγίας, βλέπει όλο τον αθέατο πόνο του λαού της να γίνεται ένα με το μήνυμά Της. Και να την καλεί με ονόματα που τις τα αφιέρωσε το γένος. Παμμακάριστο, Φανερωμένη, Μπαλουκλιώτισσα, Βλαχερνήτισσα...

Ξέφυγε η σκέψη από την ώρα τη λειτουργική. Κι άρχισε να πλανάται στις μνήμες. Αυτές που δροσίζουν με νάμα πολίτικο τον πάνσεπτο ναό. Να διαλέγεται με τ’ άρρητα και να μυσταγωγείται χαϊδεύοντας λόγια παρακλητικά του Κανόνα, «ποίημα του Βασιλέως Θεοδώρου Δούκα του Λασκάρεως». Το Αυγουστιάτικο δειλινό κλείνει, ανοίγοντας την ψυχή «εν τω κεκραγέναι», το «και πού λοιπόν άλλην ευρήσω αντίληψιν;».
Ένιωσα την Παμμακάριστο μπροστά μου, με αποτυπωμένο στο χέρι Της το φιλί του Πατριάρχη. Έλαμπε το μωσαϊκό της από τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου. Την άγγιξα, μήπως και τυπωθούν στην παλάμη μου οι αιώνες και πέσουν μέσα της λουλούδια από τις παννυχίδες Της. Μήπως και φανερωθούν μπροστά μου βασιλιάδες, πατριάρχες και λαός, από την ώρα που την κατηφόριζαν από τον πέμπτο λόφο στο καινούργιο αρχονταρίκι Της. Ευωδίασα, σαν το ορθόδοξο μύρο. Και τη φίλησα κι εγώ. Στο ίδιο μέρος που θα την ασπάζεται τα δειλινά του Δεκαπενταύγουστου στον αιώνα ο δεσπότης της Ρωμιοσύνης, πάνω στο ρυθμό «των προσκυνούντων την εικόνα Της την σεπτήν» για να ’χουν εύλαλα χείλη. Και Της άναψα άλλο ένα κερί, να φέξει πιο πολύ η μορφή Της, να Τη γνωρίσουν και τα καινούργια παιδιά. Να σταθούν κι αυτά ακίνητα μπροστά Της, αποθηκεύοντας «το ήδυσμα, την ανάχυσιν, το ευφροσύνης αμβρόσιον». Να ’ρχονται συχνά να Τη φιλούν.



Είχε τελειώσει η Ακολουθία. Μα όχι κι ο δικός μου ακήρατος λόγος των ιδεών για τη Μεγαλόχαρη. Και πέρασα στ’ αριστερά. Εκεί που έφθανε το τρίτο σταυροκόπημα του πατριάρχη. Στη Φανερωμένη, με την άλω του γένους. Αυτή την ιστορημένη Ανατολή με τα χίλια φυλαχτά και τ’ άλλα τόσα επωνύμια.
Βραδιά Δεκαπενταύγουστου και δεν συνδιαλέγομαι με μια ιδέα άσαρκου λόγου θεωρητικού. Καλύπτει τη σκέψη μου η πιο εύχυμη μερίδα του κηρύγματος του Λόγου. Κι ο πιο καυτός λόγος της τελευταίας ιστορίας μας. Και χτυπημένη από την ενδημούσα λάμψη Της η ψυχή μου, ζωγραφίζει μέσα της αυτή την άλλη εικόνα της Ρωμιοσύνης που την έφερε στο Φανάρι η δονούσα φλόγα της.
Μου ήρθαν «ηθελημένοι οπτασιαμοί» με τρικυμισμένη σκέψη, σαν εκείνα τα νερά της Προποντίδας την ώρα που δεχότανε τη Μεγαλόχαρη. Όλα σαν σκόρπια φύλλα ενός τόμου. Και σαν σκόρπια μηνύματα, για να πάρει ο καθείς από ένα κι από μια γεύση του χρέους της Ρωμιοσύνης, που δεν έπαυσε να γεύεται την ουσία της υποταγής στο θέλημα του Θεού. Έτσι βγαίνει η αστραπή που φωταγωγεί την ευγενική εγκαρτέρηση και σπρώχνει τον πατριάρχη του γένους να στείλει κι έναν ακόμα ασπασμό στην Παναγία, ξαναλέγοντας χίλιες φορές το «άξιον εστίν».
Πόσο ομορφαίνει ο χρόνος στο Φανάρι με την Παναγία τη Φανερωμένη. Μας σπρώχνει σε ώρες φιλίας με τη μοίρα. Μας ωθεί μέχρι να νηστέψουμε, να υπερβούμε τον εαυτό μας; να μεταλάβουμε. Να φθάσουμε και πάλι στο θέρος. Να ξανάρθουμε εδώ μια βραδιά του Δεκαπενταύγουστου. Να μιλήσουμε μαζί Της για τα περασμένα.


Μένω στον πατριαρχικό ναό με την εικόνα των Εικόνων του της Παναγίας κατενώπιόν μου. Ένας καινούριος Παρακλητικός Κανόνας του είναι μου, τροφοδοτεί το ψάλμα μου: «Ει μη γαρ Συ προΐστασο πρεσβεύουσα, τις ημάς ερρύσατο εκ τοσούτων κινδύνων;». Και μια καινούρια «Δέηση» φανερώνεται μπροστά μου, με τις εικόνες τις θεομητορικές και τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, σύναθλο κι αυτόν ιστορικά της Παμμακαρίστου.
Ποια φωτισμένη από Άγιο Πνεύμα πολιτεία κυριαρχεί μέσα σε αυτή τη δική μας την εγκόσμια και μας κάνει και αντέχουμε και παίρνουμε γεύση αυτών των Θείων παρουσιών; Παίζουμε με δωρεές γεμάτες από φως και αλήθεια, και ζωγραφίζουμε καινούργιες διεισδύσεις στο ανεξιχνίαστο και αποκεκρυμμένο, να μας αγγίζει συνεχώς με το προσδοκώμενο η ελπίδα.
Πάντα μια «Δέηση» μπροστά μας στον πατριαρχικό ναό με το Χριστό, την Παναγία και τον Ιωάννη. Και γύρω από τη βασίλειο Πύλη και στα κλίτη και με μόνιμες προσκυνήτριες και ικέτιδες τις Μοναχές των Λείψάνων. Είναι γεμάτες από ειρμούς και στίχους παρακλητικούς, από Συναξάρια διαβασμένα μπροστά τους σε παννυχίδες από το λαό της χάριτος. Ποια «εσώτερη σοφία», όπως έγραφε ο πατριάρχης Λούκαρις για τους ορθοδόξους, μας έδωσε αυτή την παράδοση, να ασπάζεται ο πατριάρχης αυτή τη δέηση του κλίτους με τις μωσαϊκές παραστάσεις της χάριτος τις βραδιές του Δεκαπενταύγουστου; Σκεφθήκατε τι θα πει ασπασμός της Παμμακαρίστου από τον πατριάρχη την ώρα που τα πάντα σωπαίνουν με το «άλαλα τα χείλη των ασεβών»; Είναι η δραματική διάσταση του Οικουμενικού Πατριαρχείου που εκφράζεται σε ώρα λειτουργική. Είναι και η σάρκωση του λυτρωτικού του λύγου. Συγκεφαλαίωση της μαρτυρίας του που καταγράφεται εκείνη τη στιγμή πάνω στο χέρι της Οδηγήτριας.
Ελάτε να ορθοστατήσουμε μπροστά στη «Δέηση» της Μεγάλης Εκκλησίας, ψάλλοντας τον Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα, που παρακάμπτοντας τα επίπλαστα των καιρών μας, ξεπερνάει το φθαρτό και φευγαλέο, μνημειώνοντας το άδυτο και το αληθινό.

Πηγή: «ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ» της «Καθημερινής», 16/8/98

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

«Στην εορτή της Μεταμορφώσεως...»



«Στην εορτή της Μεταμορφώσεως το πιο θαυμαστό που μας αποκαλύπτει ο Θεός δεν είναι η δόξα Του, αλλά η δική μας δόξα. Ο Θεός είχε την δόξα του, ήταν Θεός Λόγος, αλλά έσμιξε με την ανθρωπότητα. Αυτός που δέχεται την συμπλήρωση είναι ο άνθρωπος. Γι' αυτό ουδέποτε υστερείται, ουδέποτε πάσχει, ουδέποτε δυσκολεύεται ο άνθρωπος που προσφέρεται στον Θεό. Μόνο γεμίζει από θεότητα. 

Στο Θαβώρ ο Μωϋσής και ο Ηλίας είδαν και την θεότητα και την ένδοξη ανθρωπότητα. Είδαν τον άνθρωπο μεταμορφωμένο στο πρόσωπο του Χριστού, τον είδαν να είναι θεός. Γι' αυτό και στην μεγαλύτερη αμαρτία μας και στα μεγαλύτερα πάθη μας, ας μη φοβώμαστε. Ο Θεός μας έδωσε την δυνατότητα όχι μόνο να γινόμαστε ανενέργητοι προς την αμαρτία, την κακία και τα πάθη, αλλά να γινόμαστε και φως, Θεός! Ας μη φοβόμαστε καθόλου».

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

«Μετεμορφώθης εν τω όρει Χριστέ...»



Πατώντας στους παρακάτω συνδέσμους, διαβάστε σχετικά:

α. Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος στο Συναξάρι του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου:

β. Για το θεολογικό περιεχόμενο της γιορτής, γράφει ο π. Εφραίμ Ντέτσικας: